Λωρίδες ήλιου αρχίζουν να αχνοφέγγουν πάνω από τα ασβεστωμένα σπίτια της Ταγγέρης, ένα καλοκαίρι του 19ου αιώνα, ενώ ένα φεγγάρι, στη χάση του, στέκεται στον ουρανό. Η πόλη του Μαρόκου ακόμα κοιμάται.
Κι όμως, ένα σκυλί ουρλιάζει. Ενας άνδρας κείτεται στο νεκροκρέβατο -μάλλον σ’ ένα υφαντό χαλί με ρίγες και γεωμετρικά σχήματα, έξω από το τζαμί. Δυο μουσουλμάνοι έχουν ξαγρυπνήσει πλάι του, διαβάζοντας αποσπάσματα από το Κοράνι. Ιερά βιβλία είναι στοιβαγμένα πλάι τους. Είναι κατάκοποι, παραμένουν άυπνοι. Πρόσωπα σοβαρά, αφοσιωμένα στο έργο τους: το κατευόδιο του νεκρού.
Ενα ζευγάρι δερμάτινες παντόφλες είναι αφημένο εδώ και ένα εκεί. Στο βάθος, η θάλασσα έχει αρχίσει να φωτίζεται. Μια νέα μέρα ξεκινά και η ζωή θα συνεχιστεί.
Αυτά σκεφτόμουν μπροστά στο αριστούργημα του Θεόδωρου Ράλλη, «Η νυχτερία του πασά της Ταγγέρης»*, στην Εθνική Πινακοθήκη, εκείνο το πρωινό της Κυριακής. Στάθηκα εκεί πολύ, αμίλητη, με τον υπόλοιπο κόσμο να περνά, να μένει λίγο και μετά να προχωρά, για να απολαύσει και τα υπόλοιπα έργα της μόνιμης συλλογής. Νόμιζα ότι ήθελα να μείνω εκεί. Αυτό μου συμβαίνει συχνά μπροστά σε έργα τέχνης που έχουν κάτι να μου πουν. Και είναι συνήθως τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Σε τεχνικές, τεχνοτροπίες, σχολές ή χρονολογικές περιόδους.
Μπροστά σε αυτόν τον πίνακα, αισθάνθηκα τη δύναμη έλξης που μου ασκεί η Ανατολή -με την ευρεία έννοιά της, ως πολιτισμός, ως ιστορία, ως παρελθόν και ως μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος αυτής της χώρας. Αυτή η ατελείωτη πηγή από αρώματα και μύθους και μυστικά ή μυστήρια. Παζάρια με μπαχαρικά, εμπόριο, ποίηση, παραμύθια και μουσική. Και μαζί μ’ αυτά η ιστορία του Κεμάλ**, του πρίγκιπα που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο.
Ωρες μετά, στο σπίτι, τακτοποιούσα στο ντουλάπι βάζα με φρέσκια μαρμελάδα πορτοκάλι – μανταρίνι και γλυκό περγαμόντο -είχαν κρυώσει πια καλά. Σκεφτόμουν πώς μπορεί να μας επηρεάσει η τέχνη και η ομορφιά που εκπέμπει. Αρκεί να αφεθείς στην εικόνα, στον ήχο, καθαρίζοντας όσο μπορείς το μυαλό σου από όλα όσα σχεδόν εκ γενετής ξέρεις, από όλα όσα διδάχτηκες από τον κοινωνικό περίγυρο, τη σχολική εκπαίδευση, τις εμπειρίες. Πρέπει να αφεθείς στην τέχνη, πρέπει να αφεθείς στην ομορφιά και για λίγο να γίνεις αθώος παρατηρητής. Και σαν να μην ξέρεις τίποτα να προσπαθήσεις να γευτείς. Σαν τα μπαχαρικά που η Δύση κατάλαβε την αξία τους όταν ήρθε σε επαφή με την Ανατολή -και ίσως να έμαθε πώς να μαγειρεύει και κατά συνέπεια να τρώει.
Κι ίσως να φτιάξεις μια -λίγο έως πολύ- αληθινή ιστορία. Για τον νεκρό πασά -κάποτε θα κρέμονταν από τα χέρια του οι τύχες των ανθρώπων και αυτής της πόλης, που υπήρξε κέντρο εμπορίου ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Για τους δύο ανθρώπους που έμειναν στη νυχτερία του -άραγε να ήταν κάποιος συγγενής; Για ό,τι άφησε πίσω του.
Αλλά μπορεί να φτιάξεις και μια ιστορία για σένα. Να φανταστείς τον εαυτό σου να κινείται μέσα στα σοκάκια της πόλης, να είσαι έμπορος ή εργάτης, να έχεις ένα χάνι όπου ακούς τις ιστορίες των ναυτικών από όπου γης ή να ζεις μέσα σε ένα σπίτι με κήπους και σιντριβάνια, στολισμένα με τα περίφημα γαλάζια κεραμικά πλακάκια του Μαρόκου.
Η θέαση του πίνακα, διαπίστωσα, έβγαλε από μέσα μου τον οριενταλισμό που δεν έκρυψα ποτέ. Ωστόσο ποτέ δεν ξέχασα ότι τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, όση ομορφιά και να υπάρχει, οι ιστορίες των λαών και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά μοιάζουν περισσότερο με την ιστορία που περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Νίκος Γκάτσος: άδεια κεμέρια, νερό μουχλιασμένο, αδικία και πόνος. Και πολλοί από αυτούς που θέλουν να αλλάξουν τους καιρούς έχουν την τύχη εκείνου του άμυαλου νέου από γενιά βασιλική, του απογόνου του Σεβάχ του Θαλασσινού.
*Θεόδωρος Ράλλης, 1884.
**Κεμάλ (Ο Μύθος Του Σεβάχ), Νίκος Γκάτσος-Μάνος Χατζιδάκις
