ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μανώλης Πιμπλής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κομφούζιο που επικρατεί στους δρόμους δημιουργεί εύλογες απορίες. Σε μια πρόσφατη έρευνα, συγκοινωνιολόγοι είπαν ότι, σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2020, τον φετινό Σεπτέμβριο η αύξηση του φόρτου στον Κηφισό ήταν 10% με 15% και στη λεωφόρο Κηφισίας πάνω από 30%. Είπαν επίσης ότι η κυκλοφορία στις ώρες αιχμής είναι λίγο χειρότερη από το 2019. Αν και πρόσθεσαν ότι οι ώρες αιχμής είναι κάπως διευρυμένες.

Στην εξίσωση προστίθεται και το ότι οι επικυρώσεις εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι κατά ένα τέταρτο μειωμένες σε σχέση με αυτές του 2019. Οσοι φοβούνται δηλαδή να μπουν σε αυτά, λόγω Covid-19, παίρνουν αυτοκίνητο.

Τέλος, η άρση των περιοριστικών μέτρων, λένε, αύξησε την κινητικότητα.

Σε αυτό το τελευταίο θα πρέπει, ίσως, να σταθούμε περισσότερο. Γιατί η αύξηση της κυκλοφορίας, με γυμνό μάτι, δείχνει κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτό που περιγράφεται παραπάνω. Θυμίζει σχεδόν τις εποχές προ μετρό ενώ καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει με την πρώτη μνημονιακή περίοδο, όπου η κυκλοφορία είχε κοπεί μαχαίρι. Καμιά φορά, μάλιστα, η κατάσταση θυμίζει μεγαλουπόλεις ή και αυτοκινητόδρομους του εξωτερικού, όπου σε ώρες αιχμής η ροή είναι διαρκής, όλες οι λωρίδες γεμάτες και οι αποστάσεις μεταξύ των αυτοκινήτων μηδαμινές, σαν κύματα που ποτέ δεν σκάνε, και όπου ο φόβος είναι ακριβώς τι θα συμβεί εάν σκάσει ένα από αυτά.

Και όλα τούτα όταν τα καύσιμα είναι πιο ακριβά από ποτέ. Πολύ πιο ακριβά από τη μνημονιακή περίοδο, οπότε η κυκλοφορία είχε μειωθεί δραματικά ακριβώς γιατί ο κόσμος δεν είχε χρήματα να βάλει βενζίνη.

Η άρση των περιοριστικών μέτρων, λοιπόν. Κάποιοι θα έλεγαν ότι είναι μια φυσιολογική αντίδραση μετά από μια περίοδο εγκλεισμού. Σωστό. Αλλά αν προσπαθήσει κανείς να σκάψει λίγο βαθύτερα, αν το δει αυτό με τα μάτια ενός παρατηρητή, μπορεί να πει ότι ο κόσμος πια κινείται σαν να μην υπάρχει αύριο. Σαν η υπερδεκαετής κρίση που ζει, πρωτίστως οικονομική, οπωσδήποτε όμως και πολιτική, και πλέον και κλιματιστική και επιδημιολογική, που είναι ταυτόχρονα και μια κρίση της ελπίδας, μια αγωνία όχι για εξέλιξη αλλά για τη διατήρηση των υπαρχόντων, σαν λοιπόν αυτή η κρίση να βαραίνει υπερβολικά τους ώμους του.

Κάπως έτσι η ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων, μια από τις λιγοστές συνταγματικές ελευθερίες για την οποία μπορούσε κανείς να είναι σχετικά βέβαιος ότι δεν είναι υπονομευμένη, και η οποία κλονίστηκε και αυτή στη δίνη της πανδημίας, μοιάζει να γίνεται το τελευταίο ψυχολογικό οχυρό μιας κοινωνίας σε απόγνωση. Και κάπως έτσι, η θάλασσα των αβεβαιοτήτων γίνεται θάλασσα αυτοκινήτων. Κυκλοφορούμε άσκοπα, απλώς γιατί μπορούμε ακόμα – όσοι μπορούμε. Μέχρι να τελειώσουν τα λεφτά. Ή οι βενζίνες.