Δεν έχω γαλότσες. Θυμάμαι κάποιες μεταπολεμικές πριν από χρόνια μπροστά στην εξώπορτα στο πρώτο σπίτι της Μόσχας στο οποίο έτυχε να μπω για μια συνέντευξη. Τόσα ζευγάρια όσα και τα μέλη της οικογένειας. «Για το χιόνι και τη βροχή;» ρώτησα. Βεβαίως, μου είπαν. «Αλλά και για να προστατεύονται τα παπούτσια που φοράμε από μέσα από τη βρόμα. Η πόλη μας είναι από τις πιο βρόμικες». Τότε δεν το πολυπίστεψα. Τη Μόσχα την αγαπούσα και η γοητεία της Αρμπάτ με εμπόδιζε να δω τα λοιπά δυσάρεστα. Ας προσθέσω ότι στο μεταξύ η πόλη αυτή καθάρισε και ομόρφυνε κι άλλο.
Υστερα από πολλά χρόνια ξαναθυμήθηκα τις γαλότσες και την αιτία για την οποία τις φορούσαν οι κάτοικοι της αγαπημένης μου Μόσχας, καθώς περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας. Στην Κυψέλη, στα Εξάρχεια, στου Ψυρρή. Δρόμοι γεμάτοι ρωγμές, λακκούβες, μπαλώματα ενός γκρίζου σε όλες τις αποχρώσεις του ενιαίου βρόμικου. Πεζοδρόμια-παγίδες όπου τα πλακάκια ξεψυχούν χωρίς ελπίδες ανάνηψης. Οταν γυρίζω στο σπίτι καθαρίζω τα παπούτσια μου με λοσιόν οινοπνεύματος και βαμβάκι που γίνεται αμέσως κατάμαυρο.
Διαβάζω πως υπάρχουν μεγάλα σχέδια για να αλλάξει η Αθήνα. Να ξεχάσει τον παλιό εαυτό της, που προφανώς ήταν κακός, να γίνει η Αθήνα του μέλλοντος, που απ’ ό,τι φαίνεται δεν θα θυμίζει σε σημαντικό βαθμό την Αθήνα του παρόντος, τουλάχιστον όσον αφορά το κεντρικό της τμήμα. Αν θα γίνει και η πόλη χωρίς σαρακοφαγωμένα πεζοδρόμια, χωρίς βρομιές και χωρίς ανθρώπινα ερείπια σωριασμένα σε κάθε γωνία, πάντως, δεν ανησυχώ. Δεν μπορεί. Στην επόμενη, άντε στη μεθεπόμενη πετυχημένη τετραετία όλα αυτά θα διορθωθούν. Δεν γίνεται να παραμείνουν δίπλα στα πλατάνια και τις κόκκινες στάσεις, που όπου να ’ναι θα τη στολίσουν.
Υπάρχουν βέβαια και οι απαισιόδοξοι. Αυτοί που πιστεύουν ότι τη βρόμα δεν την κουνάς με τίποτε. Χειρότερα. Αυτοί που τολμούν να πουν ότι από τα πεζοδρόμια μπορεί να περάσει στα σώματα και στις ψυχές και στις λέξεις που ανταλλάσσουμε μεταξύ μας και στις πράξεις. Δεν πιστεύω πως τέτοιοι άνθρωποι, αυτοί οι χολερικοί, γκρινιάρηδες τύποι που απεχθάνονται και υποσκάπτουν τα μεγάλα οράματα αναμόρφωσης της πόλης μας έχουν δίκιο. Δεν μπορεί. Μόλις ριζώσουν τα πλατάνια και κοκκινίσουν οι στάσεις των μέσων μαζικής μεταφοράς, σειρά θα έχουν η λάσπη, οι λακκούβες και τα σκουπίδια. Θα χαθούν διά παντός, αλλά να, δεν ξέρω ακριβώς το πώς και το πότε. Και γι’ αυτό λέω μέχρι τότε γαλότσες να αγοράσω οπωσδήποτε.
