Η στάχτη στο μπαλκόνι ήρθε από πολύ μακριά. Εφτασε στο κέντρο της μητρόπολης, στις ταράτσες των πολυκατοικιών, στα φτερά των περιστεριών και στα φύλλα των δέντρων των αστικών πάρκων. Ενα κίτρινο απειλητικό σύννεφο σκέπασε τον ουρανό κι έκανε ακόμα πιο δύσκολο τον ανελέητο καύσωνα.
Ηρθε από πολλές κατευθύνσεις κι είχε τα χρώματα μιας πεταλούδας από τη Ρόδο, ενός πεύκου από την Εύβοια, ενός παλιού ξύλου από τη Μάνη, μιας παιδικής ζωγραφιάς από τη Βαρυμπόμπη. Είναι η στάχτη της ζωής των ανθρώπων που έχασαν τα σπίτια τους, των ζώων που έχασαν το δάσος τους, των παιδιών που κάηκαν οι παιδικές χαρές του καλοκαιριού τους, μα πάνω από όλα είναι η «στάχτη» της εμπιστοσύνης των πολιτών στο οργανωμένο κράτος που κάθε χρόνο υπόσχεται, αλλά διαψεύδεται πανηγυρικά.
Οι ελπίδες όλων είναι μόνο στους ηρωικούς πυροσβέστες και διασώστες, που δίνουν μια άνιση μάχη ξανά. Οι πολιτικοί θα κάνουν δηλώσεις. Ολοι θα μιλήσουν για μια τραγωδία. Και πάλι. Κι εμείς εύλογα θα σκεφτούμε το Μάτι, τον τραγικό απολογισμό και τη σκληρή επιβεβαίωση: να γιατί δεν πρέπει να εκμεταλλεύεσαι πολιτικά μια τραγωδία για να ανέβεις στην εξουσία. Γιατί, όταν θα χτυπήσει την πόρτα σου, δεν θα έχεις πού να κρυφτείς.
Μερικές φορές, σκέφτομαι αν τον κόσμο κυβερνούν κάποιοι πονηροί που μας δουλεύουν ή κάποιοι ηλίθιοι που μιλάνε σοβαρά. Και άλλες φορές θυμάμαι εκείνο το εύστοχο που είχε πει ο Ροΐδης: «Οπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Αραβες ιππείς και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Ελληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης!»
Η στάχτη στο μπαλκόνι μας, όμως, δεν είναι μια σκόνη που θα εξαφανίσουμε με την ηλεκτρική σκούπα. Μένει πάνω στο δέρμα μας. Μας αγγίζει και την αγγίζουμε. Από όσο μακριά κι αν έχει έρθει. Είναι η κραυγή ενός πλανήτη που μας έδωσε τα πάντα και αργοπεθαίνει από το δικό μας χέρι. Η κραυγή αγωνίας ενός πλανήτη που μας ικετεύει για να σωθεί και για να μας σώσει.
