Δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες μυστηρίου. Αλλά όχι όποιες κι όποιες. Δηλαδή ενώ διάβασα -και είδα και στο σινεμά- και τα σκοτεινά αστυνομικά θρίλερ, όπως «Το κορίτσι με το τατουάζ», πάντα με γοήτευαν περισσότερο οι ιστορίες της Αγκαθα Κρίστι.
Ναι, αυτές με τον Βέλγο Ηρακλή Πουαρό και τα υπέροχα μικρά φαιά κύτταρά του, αλλά κυρίως αυτές με την Τζέιν Μαρπλ. Αυτή την υπέροχη ηλικιωμένη κυρία που μόνη διασκέδαση της ζωή της ήταν να λύνει τα μυστήρια πίσω από τους φόνους μέσα στη γαλήνια και συντηρητική αγγλική εξοχή, εκεί όπου το μόνο τρομακτικό που θα περίμενες να συμβεί περπατώντας στους αγρούς θα ήταν να πεταχτεί πίσω από καμιά βατουλιά μια ξεστρατισμένη αλεπού.
Λοιπόν, αρχικά δεν καταλάβαινα και πολύ γιατί μου άρεσαν αυτές οι ιστορίες, αν και η γηραιά αυτή κυρία ήταν κατά γενική ομολογία συμπαθέστατη. Διασκέδαζα πολύ που κατόρθωνε να αποδεικνύεται εξυπνότερη από πολλούς και πολλά βαρείς αστυνομικούς επιθεωρητές, που δεν μπορούσαν να πάνε πολύ πέρα από το προφανές -και δεν θα ισχυριστώ εδώ ότι το γυναικείο μυαλό γεννάει, μακριά από μένα τέτοιου είδους σεξισμοί- και που σε μια κοινωνία όπου η ζωή κινούνταν γύρω από ένα τραπέζι με τσάι, μπράντι και ψωμάκια με μαρμελάδα πορτοκάλι, εκείνη τολμούσε να χώνει τη μύτη της εκεί που δεν την έσπερναν.
Αρχικά σκεφτόμουν ότι μάλλον μου άρεσε το σκηνικό, το τοπίο, με τα φωτεινά ανοιξιάτικα πρωινά και τα λίγο ομιχλώδη βράδια, τα παστέλ φορέματα της δεκαετίας του ’50 που φορούσαν οι ηρωίδες, ακόμη και την ώρα που ετοίμαζαν κάποιο γεύμα σε εκείνες τις πανέμορφες κουζίνες με τα παράθυρα που έβλεπαν σε κήπους με τριανταφυλλιές. Οι ανομολόγητες ιστορίες έρωτα -πολλές ανικανοποίητες, άλλες μυστικές και «παράνομες»- που «μύριζα» στην ατμόσφαιρα και έδιναν μια αίσθηση ρομαντισμού σε κάτι πραγματικά τρομερό: έναν ή περισσότερους φόνους.
Ε, λοιπόν, το μυστήριο είναι πάντα πιο ενδιαφέρον όταν ο φόνος είναι μόνο ένας και ο δράστης αποκαλύπτεται ότι είναι ο προφανέστερα αθώος.
Ωσπου μια μέρα, και αφού έπεσα στην τηλεόραση σε ένα επεισόδιο της σειράς που δεν είχα δει ποτέ ξανά -αυτό ήταν πραγματικά μυστήριο, νόμιζα ότι τα είχα δει όλα από δύο φορές τουλάχιστον το καθένα- βρήκα τον δολοφόνο πριν από την αγαπητή Τζέιν (όχι πολύ, αλλά σε τηλεοπτικό χρόνο δύο-τρία λεπτά έχουν μια αξία). Και μαζί με τον δράστη του εγκλήματος -δεν θα πω φυσικά ποιο, για ιστορία μυστηρίου μιλάμε- ανακάλυψα και τη μεθοδολογία της Μαρπλ – σωστότερο θα ήταν να πω της Αγκαθα Κρίστι, που δεν μπορεί, σίγουρα ταυτιζόταν με την ηρωίδα της.
Κι αυτό ήταν η ανθρώπινη ψυχολογία. Κατόρθωνε να διαβάζει τους ανθρώπους. Μπορούσε να βλέπει πίσω από τις πρώτες εντυπώσεις -πόσες φορές δεν ξεγελιούνται ο άνθρωποι έτσι- και να ακούει. Μεγάλο χάρισμα να μπορεί κανείς να ακούει… Μπορούσε να διακρίνει πίσω από τις σιωπές τις άφατες κραυγές, πίσω από τα τρανταχτά γέλια τη θλίψη. Πίσω από το ενδιαφέρον την υποκρισία και πίσω από τη φαινομενική αδιαφορία τον τελικό σκοπό. Και ήταν τόσο καλός άνθρωπος η Τζέιν Μαρπλ, τόσο σίγουρη, αυτάρκης και πλήρης, με πραγματικό ενδιαφέρον για τον διπλανό της.
Ετσι, έκτοτε, όταν κάτι με προβληματίζει πολύ -μη φανταστείτε ότι χρειάστηκε ποτέ να λύσω κάποιο αστυνομικό μυστήριο- ο νους μου πάει στην Τζέιν Μαρπλ. Αναρωτιέμαι ποια είναι εκείνη η μικρή λεπτομέρεια που μου έχει ξεφύγει και δεν μπορώ να βγάλω άκρη. Τι θα έλεγε σε αυτή την περίπτωση η Τζέιν;
Με λίγη σκέψη παραπάνω, η «διδασκαλία» της συνήθως με οδηγεί σωστά. Νομίζω ότι κι εκείνη είχε πολλά και δυνατά μικρά φαιά κύτταρα σαν τον Πουαρό, αλλά αυτό που τη διαφοροποιούσε ήταν η καρδιά της που την έβαζε να δουλεύει ταυτόχρονα με το μυαλό. Δύσκολος ο συνδυασμός, δεν πετυχαίνει πάντα.
