ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μέρα ήταν από το πρωί παράξενα ζεστή. Υγρή και κολλώδης. Ολα μύριζαν χαλασμένο νερό, φρούτα υπερώριμα και αδιαφορία. Ισως και παραίτηση.

Στο ραδιόφωνο έπαιζε ακόμα τραγούδια που μιλούν για καλοκαίρια, θάλασσες και συναισθήματα επιφανειακά που φιλοδοξούν να γίνουν κάτι άλλο, κάτι μεγάλο. Αλλά πάντα είναι άγνωστες οι βουλές του φθινοπώρου, της επιστροφής στη σιγουριά της καθημερινότητας, του καιρού που άλλαζε αργά, σχεδόν υποχθόνια.

Της πέρασε η ιδέα ότι θα έβρεχε, αλλά κοίταξε τον ουρανό και ο ήλιος ήταν εκεί, λαμπρός σχεδόν, όσο το επιτρέπει ο Σεπτέμβριος. Κοίταξε και τη μετεωρολογική πρόβλεψη: Καλές καιρικές συνθήκες με λίγες τοπικές νεφώσεις. Ανεμοι από βόρειες διευθύνσεις με εντάσεις 6 έως 7 Μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 19 έως 29 βαθμούς.

«Μια χαρά», σκέφτηκε, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι ίσως και να μην ήταν έτσι ακριβώς. Το δέρμα της κολλούσε, την ώρα που βγήκε για ψώνια στην αγορά αισθάνθηκε την πρώτη δύσπνοια έπειτα από έναν ολόκληρο χρόνο σχεδόν.

«Μα είχαν πει…», πήγε να πει αλλά σταμάτησε. Πρώτη ή δεύτερη φορά ήταν που θα έπεφταν έξω…

Το μεσημέρι μετά το φαγητό και αφού τακτοποίησε μερικά πράγματα, έπεσε να κοιμηθεί. Η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα πιο βαριά, την ενοχλούσε και το σεντόνι, αλλά ο ήλιος επέμενε: εκεί ψηλά.

«Το απόγευμα θα ποτίσω τα φυτά» ορκίστηκε. Κόντευε βδομάδα από την τελευταία φορά, αλλά δεν είχε προλάβει. Εβαλε και ξυπνητήρι, μην τυχόν ο Μορφέας την παρασύρει περισσότερο από όσο πρέπει και δεν προλάβει τις άλλες δουλειές της. «Ρεπό, σου λέει ο άλλος…».

Ξύπνησε μόνη της. Είχε σκοτεινιάσει. Κοίταξε το ρολόι. Ενα τέταρτο πριν από το προκαθορισμένο κουδούνισμα. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει πάλι. Εκανε τις τακτικές εισπνοές της και σηκώθηκε. «Θα βρέξει», σκέφτηκε.

Πήγε στο παράθυρο, άνοιξε το παντζούρι που έχε γείρει για να μην ενοχλεί το φως όσο κοιμόταν και κοίταξε έξω. Πυκνά σύννεφα είχαν σκεπάσει τον ουρανό και δεν ήταν ούτε έξι ακόμα.

Ανοιξε ξανά το ραδιόφωνο και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο,τι και να γινόταν, έπρεπε να ποτίσει, καμιά βροχή δεν θα έφτανε στις γλάστρες ώστε να τη γλιτώσει από τον κόπο. Είχε αρχίσει να της αρέσει η ιδέα μιας δυνατής βροχής, ακόμη και καταιγίδας. Μήπως ταράξει αυτήν τη λιμνάζουσα κατάσταση που επικρατούσε από το πρωί, μήπως φέρει επιτέλους κάτι, δεν ήξερε τι.

Οταν μπήκε μέσα είχε ιδρώσει τόσο που μόνο ένα ντους θα την ανακούφιζε. Πλύθηκε, ντύθηκε και καταπιάστηκε με ό,τι είχε απομείνει. Πάλι δεν θα προλάβαινε, αλλά εντάξει. Πεπερασμένος ο χρόνος, συγκεκριμένα τα όρια των ανθρώπινων αντοχών.

Κατά τις δέκα, σταμάτησε. Ετοίμασε κάτι πρόχειρο για βραδινό και βγήκε στο μπαλκόνι πάλι, που αρνούνταν να στεγνώσει εντελώς ακόμα. Η υγρή ζέστη είχε αλλάξει και είχε γίνει υγρή δροσιά. Εριξε πάνω της μια λινή μπλούζα και κάθισε εκεί. Να ξεκουραστεί, να ηρεμήσει, να διαβάσει λίγο.

Τα σύννεφα είχαν πυκνώσει κι άλλο, είχε αρχίσει να μυρίζει βροχή. Ενα δελτίο καιρού ακουγόταν από κάποια τηλεόραση. «Η πρώτη κακοκαιρία, που μπορεί να πάρει τα χαρακτηριστικά μεσογειακού κυκλώνα, θα πλήξει τη μισή Ελλάδα και την Αττική. Οδηγίες προς τους πολίτες εξέδωσε η Πολιτική Προστασία». Δεν άκουσε περισσότερα, δυνατές κουβέντες από το απέναντι μπαλκόνι και ένα αυτοκίνητο με χιπ χοπ τραγούδια στη διαπασών κάλυψαν τη φωνή του μετεωρολόγου.

Οταν πήγε να ξαπλώσει, χρειάστηκε ακόμη μερικές εισπνοές. Χρόνια την παίδευαν εκείνες οι παλιές βρογχίτιδες. Καιρό όμως είχαν να τη θυμηθούν οι συνέπειές τους. Οταν ηρέμησε, αποκοιμήθηκε, ένιωθε εξάντληση, δυσθυμία.

Τα ξημερώματα την ξύπνησε μια εκκωφαντική βροντή. Ακολούθησε ένα ξέσπασμα νερού και ριπές βορεινού αέρα τράνταξαν τις τέντες. Χτύπησε ο συναγερμός ενός αυτοκινήτου και δυνατή βροχή άρχισε να πέφτει.

Ανοιξε το παράθυρο και μύρισε την ατμόσφαιρα, που φαινόταν να καθαρίζει και παρά τη βροχή να «στεγνώνει». Επιτέλους, ήρθε η καταιγίδα, είπε. Ανέπνεε ήδη καλύτερα.