Εκείνο το πρωί η τηλεόραση στο σπίτι έμεινε κλειστή. Το ίδιο και το ραδιόφωνο. Το τηλέφωνο αφημένο μέσα, επίτηδες. Το μόνο που ακουγόταν στο μπαλκόνι, όπου είχε στρωθεί το τραπεζάκι με τον πρωινό καφέ και τη φρέσκια μαρμελάδα ροδάκινο, ήταν τα κουδουνίσματα της μεταλλικής ονειροπαγίδας κάθε φορά που το ανεπαίσθητο αεράκι κουνούσε την κουρτίνα.
Ησυχία. Ζέστη. Μέρες Αυγούστου. Και όμως, το κλίμα είναι πολεμικό -στην ξηρά που πνίγεται από τα μπουρίνια, στη θάλασσα όπου πλοία ερευνητικά και πολεμικά πάνε κι έρχονται, στα μέσα ενημέρωσης όπου η τρίχα γίνεται τριχιά και η αλήθεια κρύβεται πίσω από κραυγές και μάσκες -υφασμάτινες ή άλλες.
Αν δεν ήξερες, αν δεν υπήρχε τρόπος να μάθεις, όπως κάποτε, πολύ παλιά που η είδηση έφτανε στα αυτιά των ανθρώπων αρχικά σαν φήμη και μετά σε μια εφημερίδα κάποιων ημερών πίσω, τίποτα δεν θα σε ανησυχούσε, τίποτα δεν θα σε τάραζε. Τουλάχιστον μέχρι να επιβεβαιωθεί και να αρχίσεις να ζεις τις συνέπειες -του γεγονότος ή της άγνοιάς σου.
Αλλά δεν ήταν έτσι.
Δεν μιλάς. Οι σκέψεις σου είναι τόσο ηχηρές που νομίζεις ότι φωνάζουν και τις ακούν ακόμη και τα πουλιά στα πεύκα της γειτονιάς, η γκρίζα τιγρέ γάτα που περνάει απέναντι τον δρόμο και γυρίζει και κοιτάζει προς το μπαλκόνι σου, κάτι μυρμήγκια που τρέχουν γύρω από τη γλάστρα με τη γαρδένια.
Εσύ σκέφτεσαι τη θάλασσα, τι λέξη κι αυτή. Αρκεί μια σκέψη της και γεμίζει το στόμα σου νερό, η όσφρησή σου μυρωδιές, το σώμα σου αναρριγεί στην αίσθηση να βουτάς στα βάθη της για να σωπάσουν έστω και λίγο οι επιθυμίες και τα πάθη. Τα αυτιά σου ακούν μακρινούς παφλασμούς. Αραγε ποια άλλη γλώσσα έχει μια τόσο δυνατή λέξη για κάτι τόσο υπέροχα τρομερό;
Πόσο θα ήθελες να είσαι τώρα κοντά της. Κι ας «έχει τρόπους να μας καταπίνει»*.
Αυτό που φοβάσαι πάντα είναι μη σου στερήσουν τη θάλασσα λόγοι υγείας, οι ανάγκες, η ζωή. Το όνειρο για ένα σπίτι 100 μέτρα από το νερό, ώστε να ξυπνάς το πρωί και αντί να πιεις καφέ να μπορείς να κολυμπάς, ίσως δεν πραγματοποιηθεί ποτέ. Να είναι τόσο δα μικρό, να χωρούν μόνο χίλιοι καλοί κι εσύ ολόκληρη. Με ένα τραπέζι, ένα κρεβάτι και «στη γωνιά η στάμνα του»**. Ισως και ένα γαλάζιο και πράσινο ολόσωμο μαγιό, για να γίνεσαι ένα με το νερό.
Συνεχίζεις να ονειροβατείς. Δεν έχεις άλλο τρόπο τις ανήσυχες μέρες, που πιο πολύ σε τάραξε ο αναπόφευκτος θάνατος του πλήρους ημερών ποιητή παρά τα τρομερά και φοβερά γεγονότα του κόσμου. Εκείνου που έγραψε ένα από τα ωραιότερα -και αληθινά- πράγματα για τη θάλασσα, νομίζω και για τη ζωή: «Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:/ μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς./ Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –/ μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,/ γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,/ ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες./ Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια/ Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι./ Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα/ Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει./ Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:/ χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει»*.
Πόσες φορές αναρωτήθηκες αν έκανες καλά, αν αποφάσισες σωστά, την ώρα που μπροστά στην υπέρτατη σοφία της λογικής και του «ασφαλούς ορθού δρόμου» διάλεξες τον άλλο, αυτόν της καρδιάς. Που κυνήγησες το άπιαστο. Που αντί να κάνεις μπάνιο σε ρηχή πισίνα με ναυαγοσώστη μπήκες στην κυματισμένη θάλασσα. Πολλές. Αλλά πάντα η απάντηση ερχόταν με μια ερώτηση: Θα ήσουν ευτυχισμένη έτσι; Τώρα, είσαι ευτυχισμένη;
Απάντηση δεν υπάρχει, το ξέρεις. Γι’ αυτό όμως υπάρχει η ποίηση. Γιατί ίσως δεν μπορεί να αναστείλει πολέμους ή να δώσει λύση στην κρίση που βιώνουμε, όπως έλεγε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, αλλά σίγουρα είναι παρηγοριά για τις ανήσυχες μέρες.
* «Η θάλασσα», Ντίνος Χριστιανόπουλος
** «Μια θάλασσα μικρή», Διονύσης Σαββόπουλος
