Η κηδεία σου δεν θα είναι πάνδημη. Η πανδημία, που κάνει το αλόγιστο θάρρος επικίνδυνο θράσος, μας υποχρεώνει να σε τιμήσουμε από μακριά. Κι όμως πας ο δήμος -αυτή η λέξη που είναι τόσο πιο πολύ από λέξη- θα σε συνοδέψει στη νέα σου κατοικία, αυτή που θα βρεις αφήνοντας το αγαπημένο σπίτι, όπου σας συναντούσαμε, την Τζώρτζια και σένα. Πάνδημη πορεία ψυχών και σωμάτων, όλων όσων, αριστερών και μη, Ελλήνων και μη, παίρναμε, παίρνουμε ζωή από την πράξη σας, την πράξη των δύο παιδιών που κήρυξαν την παγκόσμια αντίσταση κατά του ναζισμού. Κάθε ναζισμού.
Η παραδειγματική πράξη δύο ανθρώπων μπορεί να γίνει το θεμέλιο για τη συλλογική μνήμη ενός λαού. Τι κι αν ο Οιδίπους, σοφότερος στον Επί Κολωνώ, μας λέει, συμπαρασύροντας με τα μιαρά και όλα τα άλλα έργα των ανθρώπων, ότι ο ίδιος «δεν έπραξε αλλά έπαθε»; Οταν έπραξαν ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας το τεράστιο έργο της υποστολής της σβάστικας, της σημαίας που με τον αγκυλωτό της σταυρό χλεύαζε την Ακρόπολη και κάθε άλλο πολιτισμικό σύμβολο και μάτωνε τα σώματα εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν είχαν διαβάσει ίσως ακόμη τον Οιδίποδα. Δεν είχαν συζητήσει ίσως το θεωρητικό ή άλλο πλαίσιο της πράξης τους. Ηταν μια πράξη οριακή που μοιάζει αυτονόητη. Γι’ αυτό και όταν την αναλογιζόμαστε σήμερα μας δημιουργεί δέος και αγαλλίαση. Δέος για το μέγεθός της και αγαλλίαση για την απλότητα της σκέψης που την επέβαλε: Οταν έρχεσαι να με σκλαβώσεις και καρφώνεις στον ιερό μου βράχο με ιστορία αιώνων την ανιστόρητη σημαία σου, έχω υποχρέωση να την κατεβάσω αμέσως από εκεί. Μακάρι οι άνομοι και άφρονες που τόσα χρόνια μετά αναρτούν ακόμα σβάστικες να αντιλαμβάνονταν το ειδεχθές της δικής τους πράξης.
Ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας, που έφυγε πιο νωρίς, δεν έπαψαν σε όλη τους τη ζωή να πράττουν. Οι ζωές τους φωτίζουν την ψυχή και την ιστορία μας. Η πανδημία στερεί αυτήν την ώρα την πάνδημη κηδεία που θα απαιτούσαμε για σένα, Μανώλη. Πάνδημη όπως εκείνες επί δικτατορίας, όταν πέθαναν πρώτα ο Γεώργιος Παπανδρέου και μετά ο Γιώργος Σεφέρης. Οπως εκείνη στην Κατοχή, όταν η Αθήνα κήδεψε τον ποιητή της, τον Κωστή Παλαμά, αψηφώντας πάλι τον κατακτητή που εσείς, τα δυο παιδιά, είχατε κιόλας ταπεινώσει. Σε πείσμα των απειλών στα σύνορα. Σε πείσμα των Μνημονίων. Σε πείσμα της επίβουλης πανδημίας. Σε χαιρετάμε, Μανώλη, με τα τελευταία λόγια που είπε στον Παλαμά ο μύστης των Δελφών, ο Σικελιανός: «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα»!
