ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αδάμ Αδαμόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αρκετοί εξεπλάγησαν και κάποιοι ενοχλήθηκαν από τη βράβευση της ταινίας του Κορεάτη σκηνοθέτη Μπονγκ Τζουν Χο «Παράσιτα» από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου. Τα τέσσερα σημαντικής βαρύτητας βραβεία Οσκαρ που απέσπασε η ταινία (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου και διεθνούς ταινίας) σχολιάστηκαν αρνητικά από τον Ντόναλντ Τραμπ, που χαρακτήρισε «άσχημα» τα φετινά κινηματογραφικά βραβεία και αναρωτήθηκε δημόσια πώς είναι δυνατόν να «νίκησε μια ταινία από τη Νότια Κορέα» με την οποία «έχουμε προβλήματα στο εμπόριο».

Βέβαια, τα προβλήματα των ΗΠΑ με τη Ν. Κορέα αφορούν κυρίως τη διευθέτηση ζητημάτων με το υπόλοιπο, βόρειο μισό της κορεατικής χερσονήσου, αυτού που υπέρκειται του «38ου παράλληλου», για να θυμηθούμε και τη σχετική γεωστρατηγική και πολιτική ορολογία που επικρατούσε κατά τον πόλεμο της Κορέας στη δεκαετία του 1950.

Η σχέση αφεντικού – υπηρέτη που αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα στα «Παράσιτα» έχει καταγραφεί με απαράμιλλο τρόπο στην ταινία «Ο υπηρέτης» του Τζόζεφ Λόουζι (1963), που βασίζεται σε σεναριακή διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος του Ρόμπιν Μομ από τον θεατρικό συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ. Στην ταινία αυτή, ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης αγοράζει ένα σπίτι και προσλαμβάνει έναν υπηρέτη, ο οποίος σταδιακά καταφέρνει να αποκτήσει απόλυτο έλεγχο επί του αφεντικού του. Το σενάριο επιμένει στα ψυχαναλυτικά στοιχεία της σχέσης των δύο ανδρών, παρουσιάζοντάς τα ως αλληγορία μιας ταξικής πάλης.

Ο ένας πόλος είναι μια αμοραλιστική εργατική τάξη που απέχει πολύ από την ταξικά συνειδητοποιημένη, την πολιτικά μαχητική και κοινωνικά πρωτοπόρα ηρωική «εργατιά». Ο δεύτερος πόλος είναι η ξεπεσμένη, παρασιτική αριστοκρατία, που δεν παράγει τίποτα, αλλά αρέσκεται στην κατανάλωση, την τρυφηλή, γοητευτική ζωή της μπουρζουαζίας, σπαταλώντας την κληρονομημένη περιουσία.

Πρόκειται για την «αργόσχολη τάξη», της οποίας τα χαρακτηριστικά ανέλυσε καταλεπτώς και πολύ έγκαιρα ο Θορστάιν Βέμπλεν («Θεωρία της αργόσχολης τάξης», εκδόσεις Κάλβος, 1982), η οποία επιδίδεται επιδεικτικά σε μια επιτηδευμένη, αντιπαραγωγική σπατάλη χρόνου και χρήματος, διοχετεύοντας τη δραστηριότητά της σε μη δημιουργικές ασχολίες, αποκλειστικά για λόγους ευυποληψίας. Η άσκοπη και αχρείαστη κατανάλωση πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία και κατά τρόπο περίοπτο, ως σήμα κατατεθέν, ενώ η διάθεση χρόνου σε παραγωγικές δραστηριότητες απορρίπτεται, καθώς συνδέεται με τη φτώχεια, την οικονομική ένδεια, την υποταγή.

Η σκηνοθετική μαεστρία του Λόουζι αναδεικνύει τα στοιχεία αυτά, παρουσιάζοντας ένα ατμοσφαιρικό, ψυχολογικό θρίλερ, με τους δύο πρωταγωνιστές να λειτουργούν ως οι δύο αλληλοσυμπληρούμενες όψεις του ίδιου νομίσματος. Αντίστοιχα, η ταινία του Μπονγκ θέτει με τον δικό της τρόπο το ερώτημα ποιοι τελικά είναι τα παράσιτα στη σημερινή πραγματικότητα, αφήνοντας περιθώρια για περισσότερες από μία απαντήσεις.

* (Ph.D.)2, αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης