Η κυκλοφορία του δίσκου του Θάνου Μικρούτσικου «Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος» το 2001 με απαγγελίες και μελοποιήσεις επιλεγμένων ποιημάτων του Φρανσουά Βιγιόν στάθηκε τότε η αφορμή να επαναπροσεγγίσω το έργο και των δύο. «Νιώθω το καθετί, όξ’ από μένα» γράφει τον 15ο αιώνα ο Βιγιόν στην «Μπαλάντα των μικρών στοχασμών». Ενώ στην «Μπαλάντα του διαγωνισμού του Μπλουά» εμφατικά συμπληρώνει: «στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος» (μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση, στο «François Villon, Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 1947, 1988).
Η ζωή του Βιγιόν συνδυάζει στοιχεία αντιφατικά και συγκρουόμενα: πανεπιστημιακές σπουδές, εκλεπτυσμένη παιδεία, αλλά και έκθεση στη «σκοτεινή» πλευρά της ζωής. Νομιμότητα και παρανομία, αλλά και στενές σχέσεις με τον παρισινό υπόκοσμο. Κρυφτούλι με τον νόμο, καταδίκες, φυλακίσεις, απονομή χάριτος.
Ισως, εξαιτίας όλων αυτών, ο Βιγιόν καταθέτει ένα εντελώς διαφορετικό είδος γραφής, που τον κατατάσσει ως τον πρώτο «μοντέρνο» ποιητή της Γαλλίας και, για κάποιους, τον πρώτο «καταραμένο» ποιητή. Τα χαρακτηριστικά του ουμανιστή λόγιου δεν του λείπουν. Διαθέτει υψηλή μόρφωση και καλλιεργημένο πνεύμα. Ξέρει να προβάλει μέσα από τους στίχους του την κοινωνική και υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπινου υποκειμένου.
Ταυτόχρονα όμως έχει τον μοναδικό τρόπο να αρνείται τα αγγέλματα της Αναγέννησης και του Ουμανισμού, προβάλλοντας με ηχηρό τρόπο την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, που μπορεί να έχει κατακτήσει πολλά ανούσια πράγματα, δυσκολεύεται όμως να φτάσει στην αυτο-πραγμάτωση.
Για τον «λογοτεχνικό παραβάτη» Βιγιόν, πέρα από τη ματαιότητα της δόξας και της ομορφιάς, τη φθορά του χρόνου, το εφήμερο του κόσμου, πέρα από την αγωνία του θανάτου (του πλέον αυτού μοιραίου όσο και τραγικού στοιχείου της ανθρώπινης ύπαρξης) είναι η αέναη, ατέρμονη και ατελέσφορη αναζήτηση του «γνώθι σαυτόν» – στόχος που για τον ποιητή αποτελεί όνειρο άπιαστο.
Μέσα στην ευφορία και τα υψιπετή κηρύγματα της Αναγέννησης για ηθική και κοινωνική ανάταση, ο Βιγιόν, με την ταπεινή και περιπετειώδη ζωή και το βιωματικό του έργο, προτάσσει ένα διαφορετικό άγγελμα. Ρεαλισμός και τραγικότητα διαπνέουν το έργο του.
Υπενθυμίζει την ανθρώπινη ματαιότητα, αλλά και τη μοναδική, διττή δυνατότητα του ανθρώπου να αγγέλλει την Αναγέννηση, ενώ μόλις πριν είχε δημιουργήσει τον Μεσαίωνα. Ο Βιγιόν, αντιλαμβανόμενος πλήρως ότι ζει στο μεταίχμιο δύο εποχών, καταφέρνει να δει «πέρα από τα τείχη» και να αμφισβητήσει, από το ξεκίνημά της, τη νέα εποχή που έρχεται. Με λίγους μόνο στίχους, κραυγάζοντας σχεδόν, εκφράζει την αιώνια ανθρώπινη αγωνία, συνθέτοντας εικόνα αδιάψευστη της εσώτερης, υπαρξιακής μη πληρότητας του ανθρώπου.
* (Ph.D.)2, αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
