Οι νύχτες του Δεκεμβρίου πάντα της έφερναν στον νου παραμύθια. Βράδια με βροχές και κρύο, υγρή ατμόσφαιρα στους δρόμους και τη μάνα να βιάζεται να κλείσει τα πορτοπαράθυρα, για να κρατήσει μέσα τη θαλπωρή της φωτιάς. Τότε που ακόμα άναβαν το τζάκι, που έψηναν το χθεσινό ψωμί στη σχάρα και το άλειφαν με φρέσκο λάδι, έριχναν ρίγανη και το έτρωγαν με τυρί και ελιές.
Εκείνη ελιές δεν έτρωγε. Θες από πείσμα, εξαιτίας μιας δασκάλας του παιδικού σταθμού που της τις τάισε με το ζόρι κάποτε, θες γιατί δεν της άρεσε ακόμα η γεύση και η σάρκα τους. Δεν τις έτρωγε. Τελεία. Αλλά μετά καθάριζε δύο μανταρίνια και πέταγε τις φλούδες στη φωτιά, για να μοσχοβολήσει ο τόπος.
Υστερα, άνοιγε τα μανταρίνια και χώριζε μία μία τις φετούλες τους σε ένα πιατάκι, έπαιρνε και το βιβλίο της και έπιανε μια γωνιά στη σωστή απόσταση από τη φωτιά. Σελίδα και μπουκιά, σελίδα και αρωματικός χυμός.
Τα πρώτα χρόνια, το βιβλίο είχε παραμύθια, Κοντορεβιθούληδες και Κοκκινοσκουφίτσες, κατσικάκια και ψεύτες βοσκούς, μετά ιστορίες με ήρωες που κυνηγούσαν δράκους και θεριά, εκείνους που έκλεβαν από τους πλούσιους για να δώσουν στους φτωχούς, ιστορίες με ξωτικά, νεράιδες και μαγεμένα παλικάρια, ιστορίες από τον Μεσαίωνα και πιο μετά μυθιστορήματα. Και όσο μεγάλωνε, τόσο «σοβάρευαν» τα αναγνώσματά της.
Τώρα πια το τζάκι είχε χρόνια να ανάψει. Κάποιο πρόβλημα με την καμινάδα το είχε αχρηστέψει, άσε που λέρωνε και πολύ, κι ύστερα υπήρχε και καλοριφέρ για τα κρύα -όσο άναβε, όταν άναβε.
Τα αναγνώσματά της είχαν γίνει πολύ σοβαρά, σε βαθμό θα έλεγε κανείς επικίνδυνο: πόλεμοι και οικονομικές κρίσεις, πρόεδροι που λένε κατά συρροήν ψεύδη και πρωθυπουργοί που άλλα υπόσχονται και άλλα κάνουν, πολιτικοί που τάζουν ό,τι δεν μπορούν να δώσουν και λαοί που πεινούν και άνθρωποι που ξενιτεύονται για μια στιγμή ειρήνης, για λίγο χώμα σταθερό και τόσα πολλά άλλα, που συχνά τα βράδια δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Κι αν δεν τα διάβαζε, πλημμύριζαν τις οθόνες γύρω της, παντού. Γίνονταν αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης.
Εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη, έβρεχε πολύ και η υγρασία τρυπούσε κόκαλα. Δεν άντεξε άλλο, έκλεισε τις οθόνες, άφησε στο τραπέζι την εφημερίδα και άναψε ένα λαμπατέρ. Σφάλισε τα παράθυρα και τα παντζούρια. Εκτός από ένα, αυτό της κάμαράς της, για να βλέπει έξω τη βροχή, και έριξε κάτω, δίπλα στο σώμα του καλοριφέρ δύο μεγάλα μαξιλάρια. Είχε και καθαρισμένα μανταρίνια στο πιατάκι της. Αλλά όχι χωρισμένα σε φετούλες -καιρό τώρα είχε κόψει τα παιδιαρίσματα.
Πήρε μια μικρή κουβέρτα να ρίξει στα πόδια της και άνοιξε ένα βιβλίο. Δεν είχε παραμύθια, ούτε ιστορίες με δράκους και ιππότες, ήξερε δα στην ηλικία αυτή οι δράκοι τι σημαίνουν και πως οι νεράιδες έχουν χαθεί… Ηταν ένα βιβλίο με ποιήματα, αυτό που διάβασε και το καλοκαίρι στις διακοπές της.
Ξεφύλλιζε το μικρό κόκκινο βιβλιαράκι, ούτε 120 σελίδες όλο κι όλο, και διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα υπογραμμισμένα χωρία. Στίχοι και στροφές αγαπημένα, άλλα την τάραζαν και άλλα τη γέμιζαν εικόνες.
Εξω έβρεχε. Πολύ. Πότε πότε έβλεπε το φως μιας αστραπής κάπου μακριά και ύστερα ακουγόταν ένας υπόκωφος ήχος μιας αργόσυρτης βροντής.
Εκλεισε τα μάτια της.
«Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες/ Οταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει/ Οταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ»* έλεγε κάπου ο ποιητής.
Και κάπως έτσι πέρασε η ώρα. Ωσπου η θέρμανση έκλεισε και το μόνο ασφαλές καταφύγιο για το σώμα που κρύωνε, για τα παραμύθια του καλοκαιριού που ξύπνησαν μες στον χειμώνα, αλλά και για τα όνειρα ήταν το ζεστό της πάπλωμα. Πάνω στο κρεβάτι, δύο βήματα πιο κει.
* Ανδρέας Εμπειρίκος, «Πουλιά του Προύθου», 1935, «Ενδοχώρα»
