Ζούμε την εποχή όπου θριαμβεύει το πολύ, το πληθωρικό. Το σοφό «ουκ εν τω πολλώ το ευ» των αρχαίων έχει ξεχαστεί, μαζί και το γαλλικό «το πολύ είναι εχθρός του καλού», αλλά κι εκείνο το αγαπημένο μου «more with less».
Ημουν πάντα λάτρης της λιτότητας. Οχι της μιζέριας, αλλά της λιτότητας εκείνης που σου επιτρέπει να απολαύσεις αληθινά μια γεύση, να νιώσεις ουσιαστικά τις μικρές και τις μεγάλες χαρές της ζωής. Κι όμως… όλα γύρω μας μοιάζουν υποταγμένα στις ανάγκες του πιο αδίστακτου καταναλωτισμού.
Πας για καφέ; «Και… τι άλλο;» θα σε υποδεχτεί με χαμόγελο ο υπάλληλος. Τίποτε άλλο. Δεν θέλω ρόφημα με καφέ, θέλω απλό, σκέτο, ωραίο καφέ.
Πας να φας; Ολες οι γεύσεις μαζί. Ο,τι τρελό κατέβει στο κεφάλι του κάθε «σεφ» συμπυκνώνεται σ’ ένα πιάτο και στολίζεται έτσι που να μοιάζει με κάτι… σαν φαγητό. Και τα περισσότερα γλυκά, μην τολμήσεις να τα δοκιμάσεις. Κινδυνεύεις να λιγωθείς μέχρι αηδίας.
Πας σινεμά; Δεν θα βρεις ταινία, είτε καλλιτεχνική είτε εμπορική, που να διαρκεί λιγότερο από δύο ώρες. Τα τελευταία χρόνια κάνω νοητά μοντάζ τουλάχιστον μισής περιττής ώρας στη συντριπτική πλειονότητα των ταινιών που βλέπω.
Τα βιβλία; Τα πιο πολλά είναι κάτι τούβλα 500-600 σελίδων που διαβάζονται μόνο όταν σε έχει χτυπήσει κατακαλόκαιρο ο ήλιος και δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις. Ακόμα και τα αγαπημένα μου αστυνομικά χάλασαν κι αυτά. Αλλοτε διάβαζες αστυνομικά για να διδαχθείς σκηνική οικονομία. Κι όλοι οι κλασικοί του είδους -ο Τσάντλερ, ο Χάμετ, αλλά και η Αγκαθα Κρίστι- ολοκλήρωναν τα βιβλία τους μέσα σε 250 με 280 σελίδες. Τώρα κυκλοφορούν κι εδώ τούβλα των 500 σελίδων σε βαθμό μηδέν της γραφής. Ειδικά οι πονηροί Σκανδιναβοί βρήκαν να κάνουν τη Σουηδία… Σικάγο!
Οσο για τα κινητά… Κάθε φορά που με παίρνουν από κάποια γνωστή εταιρεία για προσφορές, σχεδόν με διπλάσιες ώρες τηλεφωνημάτων και ελάχιστη αύξηση της συνδρομής, απαντώ με όσα νεύρα διαθέτω: «Νομίζετε ότι δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω στη ζωή μου από το τηλεφωνώ…;». Χαμένα νεύρα. Θα ξανατηλεφωνήσουν με νέα προσφορά.
Επειδή πάντα καταφεύγω στην τέχνη όταν θέλω να σχολιάσω τη ζωή, θυμήθηκα τον αστυνομικό επιθεωρητή στην ταινία του Χίτσκοκ «Φρενίτις». Ο δυστυχής, όταν επιστρέφει από τη δουλειά, πασχίζει να γευτεί ένα απλό, τόσο «μπανάλ» γεύμα, όπως π.χ. ένα κοτόπουλο ή μια μπριζόλα με πατάτες. Αλλά η γυναίκα του, αντάξια σημερινού ευφάνταστου «σεφ», τον περιμένει με ένα πιάτο που… δεν τρώγεται και νομίζεις πως βγήκε από τη σύγχρονη «nouvelle cuisine»!
Ολα γύρω μας έχουν βαλθεί να μας φαρδύνουν το σώμα, να μας χαζέψουν το μυαλό, να μας φορτώσουν με συνήθειες που θα μας ταλαιπωρούν μια ζωή. Και όλα πλασαρισμένα ως το απόλυτο lifestyle!
Και… τι άλλο; Μα, να ξαναβρούμε τις απλές γεύσεις που χάθηκαν.
*σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA MA, New York College, Athens
