Πάντα αγαπούσα τα αστυνομικά. Είναι ένα είδος που είτε το αγαπάς από μικρός είτε δεν το αγαπάς ποτέ. Εξαρτάται, βέβαια, από ποια πλευρά το βλέπεις. Γι’ αυτό, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των έργων του είδους είναι το έγκλημα (και ειδικότερα ο φόνος), το αστυνομικό μπορεί να το αγαπούν πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι, για πολύ διαφορετικούς λόγους. Αλλοι γοητεύονται από το πρόσωπο του αστυνομικού που αναλαμβάνει να διαλευκάνει το έγκλημα. Κι άλλοι από το πρόσωπο του δολοφόνου, ιδιαίτερα όταν τα κίνητρα του τελευταίου είναι, περισσότερο ή λιγότερο, «δικαιολογημένα».
Ομως, ούτε ο αστυνομικός ούτε ο δολοφόνος με έκαναν να αγαπήσω το είδος –ίσως γιατί στον κόσμο που ζούμε το δίκαιο και η δικαιοσύνη είναι τόσο σχετικά… Τα δικά μου αστυνομικά, αυτά που λατρεύω, ξεκινούν από τον άνθρωπο. Δεν είναι ούτε αστυνομικός ούτε δολοφόνος, ούτε δικαστής ούτε δικαζόμενος. Είναι απλά ένας άνθρωπος σε κρίση. Ολοι μας θα μπορούσαμε να ταυτιστούμε μαζί του.
Η μορφή αυτών των αστυνομικών εξυπηρετεί απόλυτα την ταύτιση. Είτε γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο (σχεδόν εξομολογητικά) είτε όχι, υιοθετούν την οπτική του ήρωα, όπως σ’ ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων. Κι επειδή όλα τα γεγονότα περιγράφονται μέσα από τη ματιά του, ο ήρωας είναι, μοιραία, επιρρεπής σε μια λάθος κίνηση. Περιορισμένος σε μια αυστηρά υποκειμενική αντίληψη του κόσμου, μπορεί εύκολα να καταλήξει έρμαιο ακραίων συναισθημάτων και λανθασμένων πεποιθήσεων, συχνά στα όρια της εμμονής. Ουσιαστικά, είναι ένα υποψήφιο «θύμα» που βιώνει την κατάστασή του με αγωνία σχεδόν υπαρξιακή. Λέω «υπαρξιακή», γιατί εδώ ο ήρωας αγνοεί την ίδια τη φύση του κινδύνου, ανίκανος να την αναγνωρίσει. Κι αυτό προκαλεί τη λογική του, την αντίληψή του για τον κόσμο, την ίδια την ύπαρξή του.
Ας δούμε ένα παράδειγμα μέσα από το καταπληκτικό μυθιστόρημα των Πιερ Μπουαλό και Τομά Ναρσεζάκ «Κρύος ιδρώτας» (πασίγνωστο από την κινηματογραφική του διασκευή από τον Χίτσκοκ με τίτλο Vertigo – ελληνικός τίτλος «Ο δεσμώτης του ιλίγγου»). Ενας άντρας βλέπει να σκοτώνεται μπροστά στα μάτια του η γυναίκα που ερωτεύτηκε, για να συναντήσει αργότερα… το τέλειο αντίγραφό της! Τι συμβαίνει; Επιστρέφουν οι νεκροί; Οχι βέβαια, υπάρχει πάντα μια ορθολογική ερμηνεία στο τέλος: συνήθως πρόκειται για μια παραπλάνηση του ήρωα, ένα «στημένο» παιχνίδι, που ο ίδιος πασχίζει μάταια να εξηγήσει με βάση τη δική του, αποσπασματική, λογική. Το ίδιο συμβαίνει με τον αναγνώστη. Γνωρίζει όσα κι ο ήρωας, αναρωτιέται όπως εκείνος, αγωνιά μέχρι να μάθει την αλήθεια, που αποκαλύπτεται κυριολεκτικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.
Πόσες φορές σαν άνθρωποι, σ’ έναν κόσμο που προσπαθούμε μάταια να συλλάβουμε σ’ όλες τις διαστάσεις του, δεν «παραπλανηθήκαμε» κι εμείς – από φίλους, έρωτες, γεγονότα, πεποιθήσεις… Το αστυνομικό είδος, στις καλές στιγμές του, μπορεί να εκφράζει με τον δικό του μοναδικό τρόπο την τραγική αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης.
*σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA MA, New York College, Athens
