Οι νύχτες του χειμώνα είναι μερικές φορές πιο όμορφες από εκείνες του καλοκαιριού. Παρά το πολύ κρύο, που για να περπατήσεις πρέπει να είσαι καλά ντυμένος, όταν ο ουρανός είναι καθαρός, χάρη σε έναν ήπιο βοριά, υπάρχει στην ατμόσφαιρα μια μυρωδιά υγείας, καθαρότητας. Η ίδια η φύση του χειμώνα κάνει τους ανθρώπους να μαζεύονται σχετικά νωρίς στο σπίτι ή να πηγαίνουν κάπου να μοιραστούν ένα ποτό ή ένα φαγητό με φίλους σε κάποιο κλειστό μαγαζί, λίγος κόσμος κυκλοφορεί στους δρόμους, ακόμη και στους κεντρικούς.
Μπορεί να περπατήσεις μισή ώρα χωρίς να συναντήσεις κανέναν. Οι φωτισμένοι δρόμοι αποπνέουν ηρεμία, τα αυτοκίνητα είναι λίγα και αν δεις ανθρώπους, συνήθως κουκουλώνονται και βιάζονται να γυρίσουν στο όποιο καταφύγιό τους: στο σπίτι, σε μια παρέα, σε μια αγκαλιά. Ακόμη και τα αδέσποτα της πόλης κάπου κουρνιάζουν για να ζεσταθούν και να αντέξουν ακόμη μία νύχτα.
Οι βιτρίνες μάταια μένουν φωτισμένες, τα θέλγητρά τους στέκονται εκεί, αμήχανα κι αυτά. Ανίκανα να αντιδράσουν, άψυχα και κενά, περιμένουν να ξημερώσει. Με το φως της ημέρας, όλο και κάποιος θα σταθεί να τα θαυμάσει, να ενδιαφερθεί γι’ αυτά, ίσως και να τα αποκτήσει. Ετσι μπορεί κι αυτά να γίνουν ενδιαφέροντα, να στολιστούν γιατί κάποιος τα θέλει.
Αυτή η ηρεμία, η ιδανική για τον περιπατητή που θέλει να γαληνέψει, να ακούσει τις σκέψεις του που στη διάρκεια της ημέρας τού τσιγκλούσαν τον νου, αλλά δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί τους, κρύβει ένα επικίνδυνο στοιχείο: την αλήθεια.
Αυτήν που λέει ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι στα μη φωτισμένα στενά της πόλης υπάρχει μια άλλη μορφή ζωής. Εκείνη που κινείται παράλληλα και στις σκιές, που στη διάρκεια της ημέρας βλέπουμε αλλά αγνοούμε τις αποδείξεις της ύπαρξής της –κουβέρτες απλωμένες σε μια προφυλαγμένη γωνιά, χαρτόκουτα, καροτσάκια γεμάτα «άχρηστα» πράγματα.
Τους ανθρώπους που κρύβονται στα κουτιά ή κάτω από τις τρυπημένες από τον καιρό κουβέρτες δεν τους αντιλαμβανόμαστε. Ούτε εκείνους που σπρώχνουν τα καροτσάκια τούς… βλέπουμε. Τους κοιτάζουμε, όμως δεν συγκρατούμε την εικόνα τους.
Ισως και οι ίδιοι να έχουν αναπτύξει μια ικανότητα να κρύβουν τα πρόσωπά τους, να περνούν απαρατήρητοι, μη αντέχοντας εμάς και όλα αυτά που τους οδήγησαν στην αφάνεια. Κι εμείς, αμήχανοι –αν δεν είμαστε αδιάφοροι ή… πραγματιστές, που πιστεύουν ότι κάτι λάθος έχουν κάνει κι αυτοί για να βρίσκονται στη θέση του παρία– προσπερνάμε.
Το περίεργο είναι ότι εκείνοι που είναι πραγματικά ευαίσθητοι, που συντρέχουν προσφέροντας οικονομική βοήθεια ή προσωπική εργασία στις οργανώσεις αρωγής, λίγες φορές μπορούν να είναι ουσιαστικά αποτελεσματικοί. Ενα πιάτο φαγητό, ένα ρόφημα, ζεστά ρούχα και παπούτσια, είδη ατομικής υγιεινής, ένα μπάνιο μια φορά στο τόσο στις εγκαταστάσεις μιας ανθρωπιστικής οργάνωσης, ένα κατάλυμα όταν χιονίζει ή όταν έχει καύσωνα –όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά. Προσφέρουν ανακούφιση, αλλά μόνον αυτό. Δεν λύνουν το πρόβλημα.
Σαφώς είναι πολύ δύσκολο να ξέρει κανείς τι οδηγεί έναν άνθρωπο στον δρόμο. Η φτώχεια –που μαστίζει πια σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού– είναι ένας παράγοντας, η έλλειψη οικογενειακής ή άλλης στήριξης επίσης, οι εξαρτήσεις από το ποτό και τα ναρκωτικά είναι ένας άλλος, συχνά συνυπάρχουν ψυχολογικά προβλήματα ή συναντάται ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω.
Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται ουσιαστική φροντίδα. Υποδομές να τους στεγάσουν, γιατρούς που θα φροντίσουν το σώμα, αλλά κυρίως την ψυχή τους –για όσο πολύ χρειάζεται. Κι ύστερα ίσως εκπαίδευση και επανένταξη στην αγορά εργασίας.
Ναι, οι συνθήκες είναι δύσκολες, πολύ πιο δύσκολες από όσο μπορεί να φανταστεί ο μέσος άνθρωπος που έχει έστω μια στοιχειωδώς αμειβόμενη εργασία.
Πώς να καταλάβεις ένα πρόβλημα που δεν χρειάστηκε ποτέ να φανταστείς ότι θα αντιμετωπίσεις;
Ωστόσο, η ανάγκη είναι πολύ μεγάλη. Οπως και όλων όσοι υποφέρουν από άλλες λιγότερο ακραίες μορφές φτώχειας.
Ας κάνουμε κάτι να την περιορίσουμε, όσο και αν το στοίχημα είναι μεγάλο για όλους μας.
