Τα πρωινά στον διάδρομο της Ογκολογικής είναι θορυβώδη. Οι νοσηλεύτριες πηγαίνουν και έρχονται στους θαλάμους για να προσφέρουν τη φροντίδα τους στους ασθενείς, να αλλάξουν ορούς, να πάρουν αίμα και να ελέγξουν την πίεση, το ζάχαρο και το οξυγόνο. Να μετρήσουν τον πυρετό.
Κι ενώ καλημερίζουν τους ασθενείς –έχουν γίνει πια γνωστοί, ξέρουν τα μικρά τους ονόματα, αν έχουν παιδιά, πού και αν εργάζονται– τα χάρτινα και πλαστικά καλαθάκια πηγαίνουν και έρχονται στα επιδέξια χέρια τους.
Ενας τραυματιοφορέας σπρώχνει ένα κρεβάτι με μια ασθενή που μόλις υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία, βοηθά όταν μπορεί και η συνοδός της, που το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι λίγο αντίσταση πότε εδώ και πότε εκεί ή να ανοίξει καμιά πόρτα.
Μπροστά στο γραφείο της προϊσταμένης στέκεται μια γυναίκα. Πολύ περιποιημένη, πολύ καλοβαλμένη για να έχει κάποια δουλειά εκεί: δεν είναι ασθενής, ούτε συνοδός. Ειδικά οι τελευταίοι, άντρες και γυναίκες, σύζυγοι, αδέλφια ή παιδιά, ξεχωρίζουν: άνετες φόρμες, παντόφλες ή αθλητικά παπούτσια και κουρασμένα βλέμματα. Τα χαμόγελα τα φυλάνε για μέσα στον θάλαμο.
Η γυναίκα εμποδίζει τη δίοδο. «Συγγνώμη», της λέει ο τραυματιοφορέας. «Μπορούμε να περάσουμε;».Εκείνη ούτε ακούει, ούτε αντιδρά. Η συνοδός τον βοηθά να σπρώξει λίγο το κρεβάτι κι αυτό βρίσκει από την απέναντι πλευρά. Το απελευθερώνει και συνεχίζουν. «Την είδατε;» κάνει κουνώντας το κεφάλι ο τραυματιοφορέας. «Σημασία δεν έδωσε». «Ε, τι να πει κανείς» απαντά κουρασμένα η συνοδός.
Μόλις η ασθενής τακτοποιείται στον θάλαμο, τρώει κάτι, πίνει λίγο νερό κι αποκοιμιέται, η συνοδός βγάνει ξανά στον διάδρομο. Πηγαίνει στο εμπόδιο, εκεί δεξιά στον διάδρομο.
Είναι μια βιβλιοθήκη. Πράσινη, με τέσσερα-πέντε ράφια και μερικά συρτάρια. Τα δύο πρώτα είναι γεμάτα βιβλία, λογοτεχνίας κυρίως, τα περισσότερα στα ελληνικά, μερικά στα αγγλικά. Πιο κάτω μερικά περιοδικά, κυρίως ταξιδιωτικά. Τα υπόλοιπα είναι άδεια. Είναι φανερό ότι περιμένουν κι άλλα βιβλία, κι άλλα περιοδικά.
Αριστερά από τη βιβλιοθήκη στον τοίχο, μια εικόνα από μαύρο στένσιλ. Μια γάτα στέκεται κάτω από έναν φανό, από εκείνους τους παλιούς που κάποτε έφεγγαν με τη βοήθεια λαδιού ή κεριών στους δρόμους και κοιτάζει έναν οδοδείκτη. «Πολυταξιδεμένο» οδοδείκτη. Τα τοξωτά ταμπελάκια του, που στρέφονται αριστερά και δεξιά, γράφουν προορισμούς όπως Λονδίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Ρίο Ντε Ζανέιρο. Αλλά κάτω κάτω ένα ταμπελάκι δείχνει προς τα πίσω, προς τους θαλάμους και γράφει: «Το δωμάτιό μου».
Η συνοδός χαμογελάει. Η μαύρη γάτα έδειχνε προς τα βιβλία τελικά, όχι προς τις πόλεις τις μακρινές. Ή ήθελε να δείξει ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να ταξιδέψεις, όταν τα πόδια δεν βοηθούν και μέχρι να μπορέσουν να το κάνουν. Λέξεις, γράμματα βαλμένα στη σειρά, σημεία στίξης και κενά και παράγραφοι, τα μονοπάτια για το ταξίδι στον κόσμο και στον χρόνο.
Κοίταξε τους τίτλους έναν έναν. Αλλους ήξερε, άλλους όχι.
Τόσα και τόσα χρόνια που μπαινοβγαίνει σ’ αυτό το νοσοκομείο, πρώτη φορά ένιωσε τόση έκπληξη, σχεδόν χαρά. Κάποιοι –το νοσηλευτικό προσωπικό; οι γιατροί;– έφτιαξαν μια μικρή γωνιά παρηγοριάς για ασθενείς και συνοδούς.
Ντράπηκε να ρωτήσει αν υπήρχαν άνθρωποι που δανείζονταν βιβλία, αν κάποιοι δέχονταν τη δωρέαν παρηγοριά τους, τη συντροφιά τις μεγάλες ώρες της αναμονής και της αϋπνίας. Ηξερε ότι δεν είναι πάντα εύκολο να διαβάσεις, ειδικά όταν αγωνιάς.
Δεν ξεκουράστηκε καθόλου εκείνη την ημέρα, ούτε πρόλαβε να ξεφυλλίσει το δικό της βιβλίο. Αλλά ήξερε ότι αν μια μέρα το ξεχνούσε σπίτι, είχε εκεί εναλλακτικές.
