Τον Θανάση τον ξέρω χρόνια. Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να έχει τίτλο το τραγούδι του Ζαμπέτα «Πού ‘σαι Θανάση», αφού είναι ένας παλιός φίλος που δεν συναντώ συχνά. Ο Θανάσης όμως έδωσε τον δικό του τίτλο και με ισχυρό επιχείρημα.
Τον είδα τυχαία στον δρόμο και μείναμε ένα μισάωρο όρθιοι, κουβεντιάζοντας τα νέα και πολλά απ’ αυτά που απασχολούν όλους μας. Ο Θανάσης είναι ένας άνθρωπος γενναίος και αγωνιστής, ανάμεσα σε τόσους άλλους, που έκλεισε την επιχείρησή του και έκτοτε αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια του πιάνοντας τη ζωή από τα μαλλιά και αρχίζοντας ξανά από το μηδέν. Είναι ένα θέμα που τον πονάει, όπως πονάει όλους όσοι αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο, όχι απλώς σε μια επιχείρηση αλλά στο όνειρο που πραγματοποιήθηκε με κόπους πολλών χρόνων.
Εχει κι αυτός το βλέμμα του ανθρώπου που δεν έχει βγει αλώβητος από αυτή την κρίση. Παρ’ όλα αυτά μού μιλάει με αισιοδοξία για το μέλλον, για τα ουσιαστικά αυτής της ζωής και πάνω απ’ όλα μού μιλάει για την τρυφερότητα. Την τρυφερότητα στα λόγια των δικών του, των φίλων αλλά και των αγνώστων που συναντά. «Αυτό πρέπει να κάνουμε», μου λέει, «την επανάσταση της τρυφερότητας».
Η συνάντησή μας έγινε τις μέρες που διάβαζα το βιβλίο του Ούγγρου συγγραφέα Λάσλο Καρσναχορκάι «Η μελαγχολία της Αντίστασης» (Πόλις), ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα.
Περιγράφει έναν κόσμο σε παρακμή που η μόνη ακτίνα φωτός, η μόνη ελπίδα, είναι η αποδοχή της ανθρώπινης υπόστασής μας και η καθημερινή προσπάθεια να αλλάξουμε στάση απέναντι στη ζωή αλλά και συμπεριφορά στους συνανθρώπους μας. Μέσα από το δυσδιάκριτο χιούμορ του συγγραφέα οι καθημερινοί ήρωες αντιστέκονται, ο καθένας μόνος αλλά και σε ένα γενικότερο πλαίσιο που λέγεται «πόλη», διατηρώντας μια παράλογη αισιοδοξία.
Αυτό ένιωσα όταν μου μιλούσε ο Θανάσης για την επανάσταση της τρυφερότητας. Μια παράλογη αισιοδοξία. Σαν τον ιδιαίτερο Βαλούσκα του Καρσναχορκάι που:
…έχοντας διαπιστώσει ότι όλες οι ιστορίες, όλα τα γεγονότα, όλες οι χειρονομίες, όλες οι επιθυμίες επαναλαμβάνονταν περιοδικά, εξελισσόταν περιτριγυρισμένος από τους ομοίους του δίχως να μπορεί να ανιχνεύσει, εφόσον δεν υπήρχε, την παραμικρή μεταβολή αρκούμενος μόνο να ολοκληρώνει στην εντέλεια -όπως η σταγόνα που πέφτει από το σύννεφο- αυτό για το οποίο προοριζόταν
Η επανάσταση της τρυφερότητας σκέφτομαι ότι μπορεί να μην έχει αντίκρισμα στην τσέπη μας, αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι απαραίτητη για να αλλάξουμε αυτό που μπορούμε: την καθημερινότητά μας.
