ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΗΚΕ «Δάντης της παρακμής» ο κολασμένος ποιητής Σαρλ Μποντλέρ, που γεννήθηκε τέτοιες μέρες το 1821 και, παρότι αμφισβητήθηκε εν ζωή, έσπειρε καινά ζιζάνια με τα «Ανθη του Κακού», επηρεάζοντας όσο λίγοι την παγκόσμια ποίηση και σκέψη:
ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,/ πιάνουν τους άλμπατρους –πουλιά της θάλασσας τρανά–/ που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε/ το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.// Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν/ οι βασιλιάδες τ’ ουρανού σκυφτοί κι άχαροι πια/ τ’ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ’ αφήνουνε να πέσουν/ και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνουνται κουπιά.// Αυτοί που ’ν’ τόσον όμορφοι, τα σύννεφα σαν σκίζουν/ πως είναι τώρα κωμικοί κι άσκημοι και δειλοί!/ Αλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν/ κι άλλοι, για να τους μιμηθούν, πηδάνε σαν κουτσοί.// Μ’ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πως μοιάζει!/ δε σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά·/ μα ξένος μες στον κόσμο αυτό που γύρω του χουγιάζει/ σκοντάφτει απ’ τα γιγάντιά του φτερά σαν περπατά.
SPLEEN Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος/ πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιος κι όμως πολύ γέρος,/ που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του/ πλήττει με τα γεράκια του, τ’ άλογα, τα σκυλιά του./ Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει, ούτε ο λαός του που μπροστά στ’ ανάκτορα του φθίνει.// Μα και τ’ αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του/ δεν διώχνουν τη βαρυθυμιά τ’ άκαρδου αυτού αρρώστου·/ τάφο την κλίνη του θαρρεί που ’χει κρινένιαν άρμα/ κι οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα/ δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν/ ίσως απ’ το κουφάρι αυτό, χαμόγελο ένα πάρουν.// Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει/ δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει/ κι ούτε μες στα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά/ που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γηρατειά/ δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν’ αναστήσει/ που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.
ΜΕΘΥΣΤΕ Πρέπει να ’σαι πάντα μεθυσμένος./ Εκεί είναι όλη η ιστορία: είναι το μοναδικό πρόβλημα./ Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου/ που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη/ πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα./ Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει./ Αλλά μεθύστε./ Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού/ στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού/ μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαράς σας/ ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο/ ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι/ κάθε τι που φεύγει, κάθε τι που βογκά/ κάθε τι που κυλά, κάθε τι που τραγουδά/ ρωτήστε τι ώρα είναι/ και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι/ θα σας απαντήσουν: «Είναι η ώρα να μεθύσετε!»./ Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου/ μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!/ Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει.
