ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΜΕ ΕΠΙΠΛΗΤΤΟΥΝ αμετάπειστοι εραστές της τέχνης του Αρχίλοχου και του Ορφέα, εξαιρουμένων ορισμένων Θεσσαλών αναγνωστών, ότι κακώς αμελώ τις πλημμελείς σταχυολογήσεις επιφανών ποιητών. Καθώς δεν χαλάω παρόμοια χατίρια και με αφορμή τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου τέτοιες μέρες πριν από 110 χρόνια, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω εύγλωττα αποσπάσματα από το σπουδαιότερο και πιο άγνωστο έργο του. Την υπερρεαλιστική και αλλότροπη Αμοργό. Ιδού:

ΠΕΤΑΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ είπ’ ο Ηράκλειτος κι είδε τον ουρανό να χλομιάζει/ κι είδε στη λάσπη δυο μικρά κυκλάμινα να φιλιούνται/ κι έπεσε να φιλήσει κι αυτός το πεθαμένο σώμα του μες στο φιλόξενο χώμα/ όπως ο λύκος κατεβαίνει απ’ τους δρυμούς να δει το ψόφιο σκυλί και να κλάψει./ Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;/ Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του/ το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του/ μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει/ μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις/ πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει/ και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου/ άνθη πουλιά ελάφια/ να βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη…

ΣΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ ΤΗΝ ΑΥΛΗ ήλιος δεν ανατέλλει/ μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα/ μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές/ και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.// Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα/ μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα/ όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά/ και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.// Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει/ έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει/ κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης/ σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρυκολάκων πόδια.// Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο/ μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας/ ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου/ ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.// Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο/ κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι/ μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος/ ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.// Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη/ είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα/ ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου/ ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω/ εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας/ και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους/ πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι/ μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.