Ψάχνομαι να ψηφίσω στις εσωκομματικές εκλογές του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Πληρώ, βλέπεις, τα δαιδαλώδη κριτήρια και σκέφτομαι ν’ αρπάξω απ’ το τσουλούφι την ευκαιρία. Μου άνοιξε τα μάτια η τηλεμαχία των υποψήφιων αρχηγών, που έθεσαν ομοθυμαδόν τους σχετικούς όρους. Εχουμε και λέμε, λοιπόν: Πρώτον, δεν τυγχάνω μέλος κανενός κόμματος. Δεύτερον, στην πρόσφατη κάλπη δεν προτίμησα, ασφαλώς, τα εκ Χαριλάου Τρικούπη εκπορευόμενα ψηφοδέλτια. Ουδέποτε, άλλωστε, έχω ψηφίσει ΠΑΣΟΚ, ιδίως κατά τις ένδοξες εποχές, που με ξέφρενο καλπασμό έκοβε το νήμα της εξουσίας δέκα μήκη μπροστά.
Ηττοπαθής και παράωρος, τότε και πάντοτε, επέλεγα σχολαστικά προβοκατόρικα αναρχικά θέσφατα, τα αντέγραφα ξεπίτηδες με δυσανάγνωστο χαρακτήρα –για να παιδέψω ή να υποψιάσω οπωσούν τα μέλη της εφορευτικής– και τ’ άφηνα στο διάφανο κουτί με ανοιχτό φάκελο. Ακυρο με κύρος, αν εννοείτε. Αλλοτε πάλι διάλεγα περιθωριακά αριστερά σχήματα του 0,000% –ποτέ το ίδιο δεύτερη φορά–, με αποκλειστικό γνώμονα ότι θα ’χω το προνόμιο να ρίξω το μοναδικό τους ψηφοδέλτιο στο χωριό μου. Υπολόγιζα, όμως, χωρίς τον υπεύθυνο των ενοικιαζόμενων.
Φαίνεται πως παρεπιδημούν στ’ Απεράθου άφθονοι τρελοί σαν του λόγου μου· έσπαγε έτσι ο διάολος το ποδάρι του και βρισκόταν δεύτερος και τρίτος, συχνά και τέταρτος και παραπάνω εκλογείς που συνομολογούσαν και τις πιο απίθανες εμπνεύσεις μου, ίσα ίσα για να μου χαλάσουν τη φιέστα. Μολαταύτα, δεν το βάζω κάτω. Συνεχίζω σταθερά την ίδια τακτική, ελπίζοντας εις μάτην πως –δεν μπορεί– θα μου κάτσει κάποτε η ψήφος μου να ’ναι μία και μόνη και θα πιάσει τόπο, διότι, όπως ήδη καταλάβατε, τάσσομαι αναφανδόν εναντίον της λογικής της χαμένης ψήφου.
Οπου ακούς τσάμπα, να φεύγεις, έλεγε η γιαγιά μου. Απαντες οι εκλεκτοί του Κινήματος με προτρέπουν να συμμετάσχω στη διαδικασία της 5ης Δεκεμβρίου κι εγώ δεν χαλάω τέτοια χατίρια. Θα διαλέξω το πιο απομακρυσμένο εκλογικό τμήμα και θα στηθώ στην ουρά νωρίς το πρωί της Κυριακής, φορώντας τη μάσκα από το κατωσάγονο ώς το δοξαπατρί, για να μην αναγνωρίζομαι και γίνω ρεζίλι, θα πληρώσω δεκάρικο αντί τρία ευρώ εισφορά –με τον παρά μου…, κατά την παροιμία– και θα τους τιμήσω με περιποιημένο άκυρο. Λέω να στριμώξω στον φάκελο και τους έξι σέξι μνηστήρες.
Σάστισε με την πανωλεθρία του, ελέω πανδημίας, ο Κυριάκος –εξακολουθώ να μη σημειώνω επώνυμο, καθότι προληπτικός– και υποχρεώνει τους εξηντάρηδες και άνω να εμβολιαστούν, ειδάλλως θα τους χρεώνει στο taxis με εκατό ευρώ μηνιαίως. Αποφάσεις τελούντος υπό πανικό. Αν διέθετε καθαρό μυαλό, θα ακολουθούσε τη δοκιμασμένη μου μέθοδο. Εφόσον ο Ελληνας απεχθάνεται το τσάμπα –λέμε τώρα–, θα μπορούσε να κοστολογήσει κάθε εμβόλιο με εύλογο ποσόν και θα ’τρεχαν όλοι να τρυπηθούν και κατόπιν να ψηφίσουν πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, ως ανατριχιαστική παρενέργεια.
