Παλαιότερος δρόμος της Ευρώπης, ηλικίας τουλάχιστον 2.500 ετών, καταχωρίζεται στο Βιβλίο Γκίνες, καταπώς διαβάζω, η ταπεινή οδός Τριπόδων της Πλάκας, στενό το οποίο οι περισσότεροι από εμάς έχουμε διασχίσει κάποιο ρομαντικό κυριακάτικο απομεσήμερο και τρεκλίσαμε οινοβαρείς τα έξαλλα Σαββατόβραδα της πρώτης μας νιότης. Η κάτωθεν του Ιερού Βράχου γραφική συνοικία κατοικείται αδιαλείπτως αιώνες επί αιώνων. Η περί ου ο λόγος οδός υπήρξε διπλόφαρδη κατά τους κλασικούς χρόνους και οδηγούσε από το Θέατρο απευθείας στην Αγορά.
Λαμπρυνόταν από χάλκινους τρίποδες εκατέρωθεν, από τους οποίους πήρε το όνομά της. Επρόκειτο για τα έπαθλα των θεατρικών αγώνων που μετά την απονομή τους αφιερώνονταν στον Απόλλωνα. Μεγάλο τμήμα της διασώζεται παραμορφωμένο μέχρι σήμερα, αφού οι Γκάγκαροι την καταπάτησαν βαθμηδόν για να προσθέσουν στα φτωχικά τους ισόγεια δωμάτια και να ορθώσουν πανωσηκώματα και χαγιάτια. Μολονότι ο άλλοτε πλατύς δρόμος στένεψε επικινδύνως, διατηρεί ακέραιο το νοσταλγικό στιλ ευκλεών εποχών.
Απορώ πώς διέφυγε από τους περί τον Κώστα Μπακογιάννη φωστήρες το παρελθόν της οδού, το οποίο αναμφιβόλως διανοίγει πεδίον δόξης λαμπρόν για τον φέρελπι δήμαρχο, όστις με τις θεόπνευστες παρεμβάσεις του θα μπορούσε να της προσδώσει τη χαμένη της αίγλη. Το πώς δεν νομίζω ότι χρειάζεται ρώτημα. Δεν θα ξανατοποθετούσε, ασφαλώς, τρίποδες κατά μήκος των στενόχωρων πεζοδρομίων. Θα φύτευε όμως, κατά την προσφιλή του συνήθεια, δεκάδες πλατάνια με ευεργετικά αποτελέσματα σε βάθους χρόνου.
Καταπώς γνωρίζουν ώς και τα βρέφη, οι ρίζες των πλατάνων μεγαλώνουν ανεξέλεγκτα και παντοιομερώς. Ολοι λίγο-πολύ τις έχουμε δει να ξεθεμελιώνουν τις πλάκες στις πλατείες των χωριών μας, κάνοντας αβίωτο τον βίο καφετζήδων και καφενόβιων που τρομάζουν να στερεώσουν τα τραπεζοκαθίσματα για να απολαύσουν τη σκιά του πλατύφυλλου φυτού παρέα με τα συμπαρομαρτούντα τσιπουράκια.
Ακατοίκητες θα καθιστούσε σε σύντομο διάστημα τις πέριξ οικοδομές το τράνεμα των αειθαλών δέντρων. Επιπροσθέτως, θα μετέτρεπε την άσφαλτο σε κομμάτια και θρύψαλα. Τα κλαδιά των πλατάνων θα εισέβαλλαν στα σπίτια από παράθυρα και μπαλκονόπορτες και οι προσόψεις των κτιρίων θα κατεδαφίζονταν σταδιακά. Εμβρόντητοι οι κάτοικοι θα εγκατέλειπαν τις περιουσίες τους, αναζητώντας στέγη όσο γινόταν πιο μακριά. Ο δημοτικός άρχων θα άδραζε τότε την ευκαιρία, προκηρύσσοντας έργα γενικής διαπλάτυνσης και μετατρέποντας σε καλντερίμι το οδόστρωμα. Και στη θέση των τριπόδων, ανάμεσα στα πλατανόμηλα, θα τοποθετούσε Ερμές με την αφεντομουτσουνάρα του.
