ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κορονοϊού παρεπόμενα: Η τόση απομόνωση σηκώνει ιντιφάντα/ και θέλει ο Τσιόδρας όψιμα να βάζω μάσκα πάντα.// Δεν τη γουστάρω, μάγκες μου, ομολογώ τη μάσκα/ γιατί κακό συνδυασμό κάνει με την τραγιάσκα. Ο εθελούσιος εγκλεισμός γεννάει κακότεχνους στίχους, αλλά και εύλογες απορίες σε φίλους που ’χουν ένα μήνα και βάλε να μου μιλήσουν διά ζώσης. «Από πού κι ώς πού τραγιάσκα;» θα αναρωτηθούν. Και με το δίκιο τους, αφού δεν συνηθίζω να φοράω καπέλα. Τα αποφεύγω ακόμα και το καλοκαίρι στη «συσηλιά της κάψης», καταπώς λένε στο χωριό μου. Η απάντηση βρίσκεται στην ατμομηχανή της οικονομίας στις μέρες της «νέας κανονικότητας», δηλαδή στα κομμωτήρια.

Ο κουρέας μου, ο Βασιλάκης, διαθέτει μνήμη ελέφαντα και τεράστια επαγγελματική εμπειρία. Οποτε τον επισκέπτομαι, κόβει με το μάτι το μήκος της τρίχας, βάζει να δουλέψει το τσερβέλο του και υπολογίζει με ακρίβεια πότε ήταν η προηγούμενη φορά. Κουρεύομαι περίπου κάθε πέντε μήνες, μου λέει, σκάρτες τρεις φορές τον χρόνο, πά’ να πει. Αν είχε κι άλλους τέτοιους πελάτες, θα λουκετάριζε το μαγαζί από χρόνια. Προφανώς διαθέτει τακτικότερους και καλύτερους. Το αξίζει. Καθότι παιδί του ’60, γουστάρω την πλούσια κόμη. Μεγαλώνοντας η δική μου, απλώνεται ψηλά και πλαγίως εν είδει θάμνου, αφάνα που βολεύει αφάνταστα, καθώς δεν χρειάζεται σχολαστικό χτένισμα.

Με πόνο καρδιάς κουρευόμουν ανά διετία νεότερος. Από τότε που καβαλάω μοτοσικλέτα, όμως, βάλε-βγάλε το κράνος κάθε τρεις και λίγο, πατικώνεται το μαλλί και γίνεται σιχαμός. Οταν μακραίνει, πρέπει να το λούζω καθ’ εκάστην, πράγμα κουραστικό, ιδίως τον χειμώνα. Καταφεύγω, λοιπόν, συχνότερα από άλλοτε στο ψαλίδι του Βασίλη. Είχα στο πρόγραμμα το κούρεμα κάμποσες μέρες προτού ληφθούν τα περιοριστικά μέτρα, αλλά δεν άδειαζα και το ανέβαλλα. Εδέησα να πάω την τελευταία Παρασκευή, αλλά δεν ευκαιρούσε ο κομμωτής και κλείσαμε ραντεβού το μεσημέρι του Σαββάτου, ημέρα που η γκαντεμιά μου ανέστειλε τη λειτουργία των μπαρμπέρικων. Κι έτσι απόμεινα μπουκάλα. Με βάρεσε η κλεισούρα στα νεύρα και στρίφωνα διαρκώς δείκτες και παράμεσους στις μπούκλες, κανόντάς τες ακόμα πιο ελεεινές. Ωσπου μου ’ρθε η φαεινή να τις κόψω μονάχος μου. Και σαν το τραγί να γινόμουν, ποιος θα μ’ έβλεπε; Οταν θα ’βγαινα πάλι στη γύρα, θα ’χε αβγατίσει το τσουλούφι, κρύβοντας τις όποιες ατέλειες. Δεν θα ’χανα και τίποτα να δοκιμάσω.

Η ηττοπάθεια και ο πεσιμισμός δεν συγκαταλέγονται στα κουσούρια μου. Αφού φορτίζω στο φουλ τις μπαταρίες, τοποθετώ τον φαρδύτερο οδηγό κοπής στο κλαδευτήρι που ’χω για το μούσι, γονατίζω μπρος στην μπανιέρα με το κεφάλι σκυμμένο μέσα και το χρονικό του προαναγγελθέντος, τέλειου εγκλήματος ξεκινά. Βλέπω τις σγουρές τούφες να πέφτουν ακανόνιστες και άνισες στη λευκή επιφάνεια και με πιάνει μαύρη απελπισία. Ωστόσο, δεν έχω εναλλακτικές. Οταν επιτέλους τελειώνω, ανοίγω τα μάτια απέναντι στον καθρέφτη, αποκαρδιωμένος από το απογοητευτικό θέαμα. Φωνάζω τον γιο μου, που διπλώνεται στα γέλια αντικρίζοντάς με. Εφαρμόζει μολαταύτα στο μαραφέτι το στενότερο εξάρτημα και με ψιλοσουλουπώνει τσάτρα πάτρα. Ντρέπομαι να κυκλοφορώ ακόμα και μες στο σπίτι. Θυμάμαι τότε το τραγιασκάκι, που μου χάρισε ο άλλος Βασίλης –του Ορεβουάρ–, το οποίο αποδεικνύεται σωτήριο. Δεν το αποχωρίζομαι έκτοτε. Πολλώ δε μάλλον που ο μπαρμπέρης έχει τώρα δουλειές με φούντες, τρέχει και δεν φτάνει, και προφταίνει να με μερεμετίσει από Ιούλη και αν. Οι βίδες του εγκεφάλου μου είναι μονίμως λάσκα/ τα παίξανε ανάμεσα σε μάσκα και τραγιάσκα.