Διάνα πέτυχαν τούτη τη φορά οι ανάδοχοι της πρόσφατης κακοκαιρίας. Εδωσαν στο παρατεταμένο κύμα βροχοπτώσεων, που μούλιασε κυριολεκτικά το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, το όνομα της μυθολογικής πριγκιπέσας Διδούς, που το ’χε η μοίρα της να χύνει το δάκρυ κορόμηλο. Της έλαχε σε νεαρότατη ηλικία να κλάψει τον πατέρα της, τον βασιλιά της Τύρου Μύττο. Βρύσες έχυναν μερόνυχτα τα ματάκια της και κόπασε κομμάτι τον θρήνο μόνο όταν έμαθε πως κληρονομεί τον θρόνο μαζί με τον άντρα της, τον Σιχαίο.
Ιερομάντης του Ηρακλή ήταν ο ερίφης, ζάπλουτος από το κοροϊδιλίκι των πιστών, ένωσαν τα πλούτη τους και την περνούσαν κοτσάνι· ζωή χαρισάμενη, στρωμένη ζάχαρες με το τσουβάλι. Η ευτυχία τους ήταν γραφτό να μην κρατήσει πολύ. Το άστοργο αδελφάκι της το μικρό, ο μπαγαπόντης Πυγμαλίων, αισθάνθηκε ριγμένος στη μοιρασιά, θίχτηκε ο εγωισμός του, έβαλε πάνω απ’ τους δεσμούς αίματος το συμφέρον, τρύπωσε μια κατασκότεινη νύχτα στο παλάτι κι έσφαξε το σίχαμα τον Σιχαίο στο γόνατο. Δώσ’ του πάλι κλάμα, γόους και οδυρμούς η βασίλισσα, που, εκτός από ορφανή, έμενε τώρα και χήρα.
Δεν της χαρίστηκε ο σφετεριστής. Την εξόρισε από την πόλη, αφήνοντάς της μικρό μέρος της κολοσσιαίας περιουσίας της. Δύο καράβια φόρτωσε με χρυσάφια, ασήμια, μετάξια η Διδώ και μαζί μ’ αυτά πήρε των ομματιών της. Τα κύματα την έβγαλαν σε εξωτικό γιαλό, κατά Λιβύη μεριά. Γετουλία ονομαζόταν το μέρος. Αλλοι το ’λεγαν Νουμιδία. Σάμπως ήξεραν κι αυτοί; Μυστήριες φυλές, άγριοι και αγροίκοι και χειρότερος όλων ο φύλαρχος Ιάρβας. Ξενοφοβικός και ρατσιστής, δεν συμπαθούσε καθόλου τους πρόσφυγες. Σαν κάτι δικούς μας, ονόματα και μη χωριό, καλή ώρα.
Ωραίος ο τόπος, ζεστός, ξανθός ήλιος κι απέραντο γαλάζιο, ενθουσιάστηκε το κορίτσι, και ζήτησε από τον Ιάρβα να της επιτρέψει να χτίσει μια πολιτεία. Δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα εκείνος. Πονηρή αυτή, του πρόσφερε χάντρες και καθρεφτάκια και στο τέλος τον έψησε. Της έβαλε, όμως, όρο, να καταλαμβάνει έκταση όση το τομάρι ενός βοδιού. Σαΐνι το Διδάκι, έκοψε το δέρμα σε λεπτές λωρίδες, περικύκλωσε την ακτή, αβγατίζοντας το οικόπεδο και ίδρυσε έτσι την Καρχηδόνα, που εξελίχθηκε με την αστυφιλία σε κοτζάμ μητρόπολη. Θαμπώθηκε απ’ τα μεγαλεία ο ιθαγενής κι ήθελε να την παντρευτεί. Ξανά μανά μαύρο δάκρυ η χήρα, όπως κι αργότερα για τον άτιμο τον Αινεία που την εγκατέλειψε. Τόσο πλάνταγμα και ολοφυρμός έγινε σύννεφο και κατακλυσμός και μας ταλαιπωρεί τρία μερόνυχτα τώρα. Αφεριμ!
