Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΝΑΥΠΛΙΩΤΗ -Μάχη την ανέφερε με δέος η μάνα μου, που την είχε δασκάλα στ’ Απεράθου της Νάξου- συνήθιζε να προσφωνεί τα παιδιά της με υποκοριστικά δικής της εμπνεύσεως. Αποκαλούσε το στερνοπούλι της Μπούμπα· έτσι την ήξεραν όλοι· το Βασιλική κόντευε σχεδόν να το ξεχάσει κι η ίδια. Νώλη έλεγε τρυφερά τον πρωτότοκο Μανώλη Γλέζο, Μπέμπη τον Νίκο Γλέζο τον δεύτερο και Μπούμπη τον μικρότερο Γιώργο Δημητροκάλλη.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕ τη στόφα και το μέταλλο της μητέρας της και εξ απαλών ονύχων μοιράστηκε με τ’ αδέλφια της την περιπέτεια της Αριστεράς. Πάλεψε παλικαρίσια τη ζωή, όπως και την αρρώστια τα τελευταία χρόνια. Αναχώρησε για τη γειτονιά των δαιμόνιων αγγέλων της νιότης της χθες το ξημέρωμα. Την αποχαιρέτησαν τα ΜΜΕ μ’ ένα συνοπτικό βιογραφικό σημείωμα:

Η ΜΠΟΥΜΠΑ ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΛΗ, ετεροθαλής αδελφή των Μανώλη και Νίκου Γλέζου, γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1934. Παρούσα σε όλους τους αγώνες από την κατοχή μέχρι σήμερα είχε έντονη παρουσία στον χώρο του βιβλίου. Ηταν μέλος των Ενεργών Πολιτών και υπεύθυνη έκδοσης του περιοδικού «Πολίτες». Και ποιήτρια συν τοις άλλοις. Την κατευοδώνουμε με στίχους της γραμμένους τον Φλεβάρη του 2007 για τον Μπέμπη, τον ψυχωμένο μαχητή της αντίστασης που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 10 Μαΐου 1944, στα δεκαεννιά του χρόνια:

ΝΙΚΟΣ Ν. ΓΛΕΖΟΣ Ελα και κάτσε απόψε, αδελφέ μου/ στο παραγώνι της μνήμης μου/ την ιστορία σου να πω./ Κάποιος τα χείλη άνοιξε/ κι οι λέξεις -ποτάμι ορμητικό-/ ξεχύνονται να σε διηγηθούνε./ Νέος, ωραίος, γενναίος,/ Μέρλιν./ Παλικάρι, ανδρείος, θαρραλέος,/ Χαϊδάρι./ Λεβέντης, τολμηρός, επαναστάτης,/ Σκοπευτήριο…/ Κι ο Μάης ανθεμόεις/ κι εσύ, χρονών δεκαεννιά.

ΥΣΤΕΡΑ ήταν κι Μάνα μας!/ Οι τοίχοι του σπιτιού μούχλιασαν/ απ’ τα δάκρυά της./ Κι εγώ, δεκάχρονη ζωή,/ με τσακισμένα όνειρα και γόνατα/ μες την ποδιά της να μετρώ/ τα μοιρολόγια και τους αναστεναγμούς./ Και καθισμένη αντίκρυ της/ καρτερικά να περιμένω/ πότε πάνω μου θα σκοντάψει/ το νεκρό της βλέμμα,/ πότε τις μπούκλες μου θα χαϊδέψουν/ τα νεκρά της χέρια,/ πότε θα ξανακελαηδήσουν/ τα νεκρά πουλιά.

ΣΟΥ ΠΡΕΠΑΝ ΔΑΚΡΥΑ και έπαινοι, αδελφέ./ Μα οι φίλοι σου σαν τα μαλλιά μας αραιώσανε./ Το σπίτι ορφάνεψε./ Μονάχα δυο απομείναμε, να βλέπουμε/ το τρεχαντήρι των πρωινών μας ενθουσιασμών/ χωρίς εμάς να φεύγει./ Ελα, λοιπόν, πριν είναι αργά,/ πιασμένοι αλαμπρατσέτα/ την πόλη να σου δείξουμε./ Στις γειτονιές μας πια/ δεν περπατούν διαβάτες./ Στους τοίχους δεν υπάρχουν/ γραμμένα τα συνθήματά σου.

ΟΙ ΦΩΝΕΣ που ακούγονται/ δεν είναι απ’ το χωνί σου./ Το φέγγος των αστεριών/ χάθηκε κάτω απ’ τα φώτα των διαφημίσεων./ Ο αέρας μυρίζει καυσαέριο κι απογοήτευση/ στο στόμα μια στυφή γεύση κυπαρισσόμηλου/ κι οι κόκκινες παντιέρες, που ανεμίζαμε,/ μαυρίσαν απ’ τους ρύπους…/ Και με πονάει ακόμα,/ που ξέρω πως εσύ/ τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα δεις.