Γαλουχείται κάθε λαός με μαγικές μητρικές γεύσεις, οι οποίες ασκούν συχνά μεταφυσική επίδραση στο συλλογικό ασυνείδητο, καταλαμβάνοντας θέση φετίχ. Οι Ιταλοί λατρεύουν τα μακαρόνια και οι Γάλλοι τα αρτοσκευάσματα, που καταβροχθίζουν σε αστείρευτα περίπλοκες παραλλαγές. Οι Ελληνες; Ποιο είναι, αλήθεια, το εθνικό φαγητό των Ελλήνων; Η φασουλάδα του Καραγκιόζη, ήτις χόρταινε άλλοτε την αμόλυντη ύπαιθρο και τους συνοικισμούς των αστικών κέντρων πλημμυρίζοντάς τους ταυτοχρόνως με μυροβόλα αέρια, έπαψε κατά τις δεκαετίες της ευμάρειας να θεωρείται το πλέον λαχταριστό πιάτο στο πτωχικό τραπέζι των συμπατριωτών μας.
Υπερίσχυσαν πιο εύπεπτα εδέσματα στα χρόνια του Μεσοπολέμου, καθώς η έλευση των προσφύγων εμπλούτισε το τσουκάλι της μέσης οικογένειας κι η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε το απογέμισε με κρέατα και απλησίαστα ώς τότε χοληστερινούχα εδώδιμα. Μολαταύτα η αξεπέραστη λιχουδιά για μικρούς και μεγάλους, ίσως γιατί μπορούσε δύσκολα να σερβιριστεί σπίτι, δεν ήταν άλλη απ’ το σουβλάκι το οποίο ανέθρεψε γενεές επί γενεών. Το σουβλάκι, λοιπόν. Αρκεί να προφέρεις απλά και μόνο τη λέξη κι η γλώσσα τυλίγει ασυναίσθητα τα χείλη με λαιμαργία.
Ραφινάτο τερψιλαρύγγιο! Σε αντίθεση με τις ιταλικές και γαλλικές γαστρονομικές απολαύσεις, συνιστά πλήρη τροφή. Η παχιά στρογγυλή πίτα που το περιβάλλει και οι τηγανητές πατάτες που αχνίζουν αφειδώλευτα στο εσωτερικό περιέχουν άφθονο άμυλο, όπως κι εκείνες. Τα λεπτοκομμένα και ζουμερά τεμάχια χοιρινού προσφέρουν, ωστόσο, ικανές δόσεις πρωτεΐνης στον ρέκτη, ενώ η ντομάτα με το κρεμμύδι αποτελούν πρώτης τάξεως σαλατικό. Το τζατζίκι, τέλος, φτιαγμένο από δροσερό γιαούρτι σακούλας, αγγούρι και σκόρδο αποδεικνύεται ένα κι ένα για τη χώνεψη. Με δυο σουβλάκια τουρλώνεις το στομάχι και γλείφεις στο καπάκι τα δάχτυλα.
Ο Μάνθος, σαράντα συναπτά έτη φούρναρης –συγγνώμη σουβλατζής– στην πλατεία Παπαδιαμάντη, συνταξιούχος πια, είχε προβλέψει την επαπειλούμενη κρίση από το 2008, όταν προβεβλημένοι οικονομολόγοι προδιέγραφαν μεγέθυνση των μεγεθών και άνοδο των δεικτών παραγωγής τε και κατανάλωσης. «Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ακούω μανάδες να μαλώνουν τα παιδιά: “Ενα σουβλάκι συμφωνήσαμε, δεν φτάνουν τα λεφτά μας για δεύτερο”, λένε» προειδοποιούσε ανήσυχος. «Δεν πάμε καθόλου, μα καθόλου, καλά» κατέληγε.
Σαν κεραυνός σ’ έναν ήδη μολυβένιο ουρανό έπεσε εσχάτως η είδηση ότι η τιμή του εμβληματικού ελληνικού φαγητού πρόκειται να εκτοξευθεί στα τρία ευρώ. Ενα ολόκληρο χιλιάρικο δηλαδή, αν υπολογίσουμε την αξία του σε δραχμές. Φανταστείτε ότι πριν από το εθνοσωτήριο 2002, έτος που προσχωρήσαμε στο αφιλότιμο κοινό νόμισμα, κόστιζε μετά βίας ένα διακοσάρι. Πέντε φορές πάνω, πά’ να πει, όταν τα μεροκάματα έχουν πέσει πέντε φορές κάτω από τότε. Υψώθηκε το λάβαρο της επανάστασης στο διαδίκτυο και ο πεινασμένος όσο και γελασμένος όχλος ετοιμάζεται να κατέλθει στο Σύνταγμα διά τα περαιτέρω. Σ’ αναμμένα κάρβουνα κάθονται οι επιτελείς του Μαξίμου και της Πειραιώς που τους σώζει προς το παρόν η μεγαλοβδομαδιάτικη νηστεία.
