Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατακαλόκαιρο θέλεις να χαλαρώσεις, να δεχτείς την αφή του φωτός και οι στιγμές να γίνουν παντοτινές μνήμες, ξεφεύγοντας από την αβυσσαλέα πραγματικότητα, αλλά δεν σε αφήνουν.

Θέλεις η ψυχή σου να φτερουγίσει στο όνειρο, να ταξιδέψει σε τόπους μαγικούς, να δει το πρόσωπο της ποίησης στην καθημερινότητα, να απογειωθεί από τη μιζέρια με τη δροσούλα της σιωπής στα βλέφαρα, με τον ψίθυρο της αυγής στον ουρανίσκο.

Με της καλής παρέας το φύλλωμα κατάσαρκα. Τα βαρίδια της πραγματικότητας, όμως, δεν αφήνουν.

Σε κάθε βήμα ένας χαμαιλέοντας της εξουσίας που αλλάζει χρώματα, ηλεκτρονικός ή ανθρώπινος, φροντίζει να σου θυμίζει πως έχει μοριοποιηθεί η παρουσία της.

Πριν από λίγες ημέρες επισκέφθηκα ένα φίλο ζωγράφο, ο οποίος είχε εξουθενωθεί νευρικά παρακολουθώντας τα εξαμβλώματα των τηλεοπτικών καναλιών.

– Τίποτα θετικό δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο, όλα τα απόβλητα δείχνουν, μου έλεγε, κρατώντας το πινέλο του σαν κοντάρι για μάχη.

Ο χαμαιλέοντας έχει εξαφανιστεί ως ζωικό είδος από πολλές περιοχές, αλλά οι χαμαιλέοντες της εξουσίας έχουν πολλαπλασιαστεί σε τεράστιο βαθμό και κυρίως έχουν υπερβεί σε προσόντα το ζωάκι της φύσης γιατί αυτό επιτάσσουν οι εντολές άνωθεν.

Ο Σέξπιρ, ο μεγάλος ανατόμος της εξουσίας που φώτισε σε βάθος την κακία και το μίσος της ως επιλογή και κατέδειξε τη διαδρομή και την εξέλιξή της σε όλη τη νεωτερικότητα, στο έργο του «Ο βασιλιάς Ερρίκος ο Στ΄», στο τρίτο μέρος, βάζει στο στόμα του αδίσταχτου Ρίτσαρντ τα τρομερά αυτά λόγια που καλούν τη συνείδηση σε εγρήγορση διαρκή.

Συγχρόνως όμως η υψηλή ποίηση σκοτώνει την εξουσία που μας κυνηγά. Ενδυναμώνει τις δυνάμεις του καλού μέσα μας.

Ακόμα και τον θεωρητικό του αμοραλισμού και της απόλυτης κυνικότητας, «τον Μακιαβέλι τον φονιά», επιστρατεύει στους στίχους ο μεγάλος ποιητής, για να δείξει ανά τους αιώνες τη φρίκη των εξουσιαστών.

Με τη μαγεία της υψηλής ποίησης κατά της εξουσίας.

«…μπορώ να χαμογελάω και να σκοτώνω ενώ χαμογελάω, να λέω ευχαριστώ σ’ ό,τι μου θλίβει την καρδιά, να βρέχω τα μάγουλά μου με δάκρυα τεχνητά, το πρόσωπό μου να το προσαρμόζω σ’ όλες τις περιστάσεις. Θα πνίξω ναύτες πιο πολλούς απ’ τη γοργόνα, πιο πολλούς θα θανατώσω που με κοιτάζουν κι απ’ το βασιλίσκο, θα παίξω το ρήτορα τόσο καλά όσο κι ο Νέστορας, θα εξαπατώ με πανουργία πιο πολλή από τον Οδυσσέα, και σαν τον Σίνωνα, θα πάρω μια άλλη Τροία. Μπορώ στο χαμαιλέοντα να προσθέσω χρώματα κι άλλα, και ν’ αλλάζω σαν Πρωτέας μορφές κατά πώς με συμφέρει, και να καθίσω στο θρανίο τον Μακιαβέλι το φονιά. Μπορώ να κάνω αυτά και δεν μπορώ ένα στέμμα να κερδίσω;».