Πρώτο φετινό μπάνιο, με εξαίρεση ένα «βούλιαγμα», παραμονή του Θωμά στο Πήλιο. Σαρωνικός, Μπάτης. Κολύμπησα είκοσι λεπτά. Μπορούσα και παραπάνω. Θερμοκρασία, κατ’ εμέ ιδεώδης: κρύο το νερό, χωρίς να σε παγώνει.
Το κύμα μού τη χάλασε. Φυσούσε από τα δυτικά, από την Καστέλα, τη Μουνιχία [Μυθικός ήρωας της περιοχής ο Μούνιχος, προϊστορικός ιδρυτής Καστέλας και πέριξ, αλλά και προστάτης των εφήβων∙ θα ήταν τουλάχιστον άκομψο, με τέτοιο όνομα να ήταν προστάτης των γερόντων!
Δημιούργησε το αρχαίο σπήλαιο Σηράγγειον. Οπερ, στα νεότερα χρόνια «δαιμόνιος επιχειρηματίας» ονόματι Παρασκευάς… μετέτρεψε σε ξακουστή Σπηλιά νυχτερινής διασκέδασης, με Μαρούδα, Γούναρη, Χιώτη, Λίντα, Μπελίντα, Βλαχοπούλου, Λάουρα, Μπιθικώτση και τη «θεά επί Γης Μάριον Σίβα», γράφει ο Χαριτόπουλος στους «Πειραιώτες». Καλό! Αν και Ολυμπιακάκιας!].
Ετσι, περισσότερο έμεινα στο νερό, παρά κολύμπησα. Συνέπλευσα μάλιστα με μια-δυο πλαστικές σακούλες κι ένα-δυο χαρτιά περιτυλίγματος σοκολάτας! Για μένα το κύμα είναι να το χαζεύεις, αντί να το κολυμπάς, και αν το κολυμπάς, μόνο για λίγο και στην κόντρα, αλλιώτικα πίνεις θάλασσα με το τουλούμι.
Μόνες διακυμάνσεις που, ίσως, έχουν ενδιαφέρον είναι οι πολιτικές. Αν και τώρα πια και αυτές πάνε-δεν πάνε. Χάσανε το απρόβλεπτο, δεν έχουν εκπλήξεις. Ούτε και είναι καθαρές διακυμάνσεις, να ξέρεις και τι σου γίνεται. Από αλλού φυσάει πια, κι αλλού σκάει το κύμα.
Τον είδα μόλις ξυπνούσε στην αμμουδιά. Ξεπρόβαλε από κάτι σαν κουβέρτα. Νέος, ισχνός, ξανθός, σαν ξένος φαινόταν. Ολα τ’ άλλα, αόριστα: άστεγος; μετανάστης; τουρίστας; Ανευ σημασίας. Κυριακή. Ανακάθισε. Ανοιξε σάκο: μπουκάλι νερό, καθρεφτάκι, ξυραφάκι, κρέμα ξυρίσματος. Ξυρίστηκε προσεκτικά (με ένα χέρι). Σηκώθηκε.
Με βερμούδα, στη θάλασσα. Βούλιαξε δυο-τρεις φορές στα ρηχά. Βγήκε. Κουβέρτα-σάκος-ψαλίδι-νύχια! Φόρεσε τζιν πάνω από βρεγμένη βερμούδα, στεγνό πουκάμισο. Εβαλε όλο το έχει του στο σάκο. Τον φορτώθηκε. Αναψε τσιγάρο κι έφυγε. Ενας άνθρωπος…
