Με σεβασμό στους αιρετούς συναδέλφους του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού της ΕΣΗΕΑ για τις πρόσφατες αποφάσεις της πλειοψηφίας του (προσωρινές διαγραφές και επιπλήξεις σε δημοσιογράφους), δεν νομίζω πως οι μέρες που περνάμε, Τύπος και κοινωνία, είναι οι προσφορότερες να ασκηθούν αρμοδιότητες που αντί να κατευνάζουν, αντιθέτως, μπορεί να παροξύνουν μια ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα.
Αυτά, ως προς τη σημερινή, απρόσφορη και εύφλεκτη, συγκυρία, όπου το «καρτέρι» για του καθενός το παραπάτημα ή την μπούρδα –πώς θα τον πετύχουμε για να τον χτυπήσουμε– παίρνει και δίνει∙ ή μάλλον, στο επάγγελμά μας, παίρνει (και τα ελάχιστα που απομείνανε ακόμα όρθια), χωρίς να δίνει τίποτα.
Και λέω «ελάχιστα που απομείνανε», διότι ελάχιστο είναι να αφήνεις την κάθε αμετροέπεια να πέσει και να φύγει, αντί να την κρατήσεις στον αέρα και να επιβάλεις στον αμετροεπή πειθαρχικά μέτρα, που (ποιος ξέρει, άνθρωποι είμαστε, με φιλοδοξίες, αλλά και μωροδοξίες) μπορεί την επίκριση (ακόμα και να του αξίζει) να την πάρει για τίτλο τιμής.
Μετά, όταν αφορμή πειθαρχικών μέτρων είναι η στάση συναδέλφων περί το, τουλάχιστον αμφιλεγόμενο, δημοψήφισμα του «ναι» και «όχι» (σε ένα πακέτο) του περασμένου Ιουλίου, ε, αυτό το δημοψήφισμα δεν είναι και η καταλληλότερη «λυδία λίθος» για να διακριβωθεί ποιοι συνάδελφοι είναι «χρυσάφι» και ποιοι «ντενεκέδες».
Και στο κάτω της γραφής, σε περιπτώσεις παρατυπίας, ακόμα και παράβασης του εκλογικού νόμου, που είναι και η πιο ενδεδειγμένη περίπτωση, υπάρχει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), αρμόδιο και υπεύθυνο να επιβάλλει ποινές στα υποπίπτοντα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Γιατί συνάδελφοι εναντίον συναδέλφων; Αλλωστε, ο ύπατος κριτής όλων μας, ο αναγνώστης, επιλέγει και απορρίπτει αυτό που ο ίδιος θέλει, όχι αυτό που τα πειθαρχικά όργανα επαγγελματικού σωματείου (του το) ορίζουν.
Αν ήταν έτσι να εξασφαλιζόταν η (καταρρέουσα) ποιότητα στην ενημέρωση, θα είχε γίνει προ πολλού…
