Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τυχαία έπεσα σε αρχαίο ανέκδοτο («Τα ανέκδοτα των αρχαίων Ελλήνων», Σωκράτης Γκίκας, εκδ. Σαββάλας): Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη από ένα άγαλμα. Σε απορία παρατυχόντων, γιατί το κάνει, απάντησε: «Εξασκούμαι πώς να μην απογοητεύομαι με την αναισθησία των ανθρώπων». Γιατί, όπως έγραψε ο Σεφέρης, στην «Κίχλη» («Ο ηδονικός Ελπήνωρ»): ώς και «Τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε». Ο αναίσθητος άνθρωπος, ποτέ!

Πρωτοδιάβασα την «Κίχλη» χειμώνα του ’67-’68, έγκλειστος της χούντας. Ουδέποτε, έκτοτε, αναρωτήθηκα, ποια ήταν η κίχλη και τι ώθησε τον Σεφέρη να την βάλει τίτλο σε συλλογή του, πέραν αυτού που γράφει ο ίδιος («Το ναυάγιο της “Κίχλης”»): «… εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια –τό ’λεγαν “Κίχλη”…».

Τυχαία, το Σάββατο –48 χρόνια μετά!–, είδα ότι κίχλη έλεγαν οι αρχαίοι το πουλί, που έφτασε έως εμάς, μέσω του γλωσσικού φαινομένου του τσιτακισμού (μετατροπή του «κ» σε «τσ»), με την ονομασία τσίχλα. Το είχαν και οι παλαιοί Αθηναίοι (Καρύκη λεγόταν η παλιά αθηναϊκή οικογένεια που «προίκισε» την πόλη με τον Αϊγιώργη τον… Καρύτση/Καρίτση), το έχουν και σήμερα στην Κρήτη, στα Επτάνησα, ίσως και σε άλλα νησιά που μου διαφεύγουν.

Δεν γνωρίζω γιατί οι παλαιότεροι έλεγαν, μεταφορικά, τσίχλες τους αδύνατους, ιδίως τις γυναίκες. Αγνοώ, επίσης, γιατί ο Σεφέρης διάλεξε την κίχλη/τσίχλα για τίτλο συλλογής.

Να υποθέσω ότι το έκανε επειδή η τσίχλα, στην αποδημία της προς Νότο, είναι από τα πιο κυνηγημένα πουλιά (υπάρχουν… μελέτες κυνηγών για τους τρόπους ομαδικής… εξόντωσης!), σε εποχή (φθινόπωρο του ’46) που άνθρωποι σκούπιζαν τα μαχαίρια της προηγούμενης σφαγής και τα ακόνιζαν για την επόμενη.

Ενδεικτική και η τελευταία στροφή από το «Ναυάγιο της “Κίχλης”»: «Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο. Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο»…