Καλεσμένος σε συγγενικό σπίτι την Πρωτοχρονιά, πήρα ένα ταψάκι γαλακτομπούρεκο, που από 17 ευρώ τις Απόκριες, πήγε 19. «Να τα εκατοστίσει!» είπα στην πωλήτρια. «Μην κακομελετάτε!» αποκρίθηκε γελώντας· ήταν και ωραία, κοψιά από βορειοανατολική Ευρώπη, μου φάνηκε. «Κακομελετάω, δεν κακομελετάω… θα τα εκατοστίσει, έτσι κι αλλιώς, να είσαι βέβαιη!..»· άναψα και την πρωτοχρονιάτικη φιτιλιά μου.
Μετά, που το καλοσκέφτηκα, κατέληξα πως όσες φιτιλιές και να ανάβεις στα ζαχαροπλαστεία και στα σουπερμάρκετ (άσε με τη ΔΕΗ, αυτή δεν την πετυχαίνεις έτσι κι αλλιώς· μου δώσανε και bonus καλοπληρωτή στους δύο τελευταίους λογαριασμούς, ανά 25 λεπτά έκαστος· μην είμαστε και αχάριστοι!). Οσο και να επικρίνεις ή να σατιρίζεις δημοσιεύοντας τα καλάθια της νοικοκυράς και τα κοφίνια της ανοικοκύρευτης. Ούτε οι φιτιλιές ούτε οι επικριτικοί σχολιασμοί και οι σάτιρες ξηλώνουν και αδειάζουν τσέπες.
Αν μάλιστα αυτοί που επικρίνεις ευθέως είτε σατιρίζεις πλαγίως ότι, με ενέργειες ή παραλείψεις, συνέβαλαν και συμβάλλουν στη διόγκωση της ακρίβειας, τυχαίνει να είναι χοντρόπετσοι και εξυπνάκηδες (μπορεί να συμβεί και αυτό: ένας που συμβάλλει στο να αδειάζει η τσέπη σου, να είναι χοντρόπετσος και εξυπνάκιας), τότε, αντί να σε αφήσει στην ησυχία σου ή στον πόνο σου, που λέει κι ο λόγος, σου αμολάει μια χοντρόπετση εξυπνάδα, που σε στέλνει από κει πού ’ρθες, να τραβάς τα μαλλιά που δεν έχεις· μόνο παρήγορο, ότι δεν έχει ούτε κι αυτός…
Που είπε –για την ακρίβεια, ανάρτησε στο TikTok· παρέλειψε το Tak– το ανεκδιήγητο (ντρέπομαι να οξύνω τον χαρακτηρισμό!) εκθειάζων τα επιτεύγματα της κυβερνήσεως, της οποίας είναι διακεκριμένο στέλεχος προϊστάμενο της Οικονομίας: «Σουηδία δεν γίναμε. Αλλά η Ελλάδα ανεβαίνει! Και γιατί να γίνουμε Σουηδία; Να κρυώνουμε; Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, κρύο δεν έκανε ποτέ! Ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ». Τι να γίνει; Τοιούτοι έπρεπε ημίν αρχιερείς, με χιούμορ, με ταπεινότητα και κρυάδες!
