Ποτέ δεν υπήρξα καφενόβιος με τη συνήθη σημασία. Αυτό γιατί ουδέποτε παθιάστηκα με τα χαρτιά, τις πόκες και τα (κυριολεκτικά) «ρέστα μου…». Ενώ στο τάβλι, που το γουστάριζα για τη μοναδική κοινωνικότητά του σε παιχνίδι επιτραπέζιο, ποτέ δεν θυμάμαι να κέρδισα. Είμαι όμως καφενόβιος –και δη φανατικός– της ατμόσφαιρας, αυτής της μοναδικής, ανεπανάληπτης ατμόσφαιρας του καφενείου, προπαντός μέσα, με τη ζέστη, τον χειμώνα, αλλά και έξω, τις καλοκαιριές, που η χώρα μας, ευλογημένη αυτή η γωνιά της Μεσογείου, τις έχει άφθονες.
Από ποια πόρτα μπαίνει κανείς στην καρδιά μιας πόλης; Από την πόρτα/καφενείο ασφαλώς. Αυτή η εκκλησία πιστών και απίστων, ομόδοξων και ετερόδοξων. «Πολλά χρόνια;». «Τριάντα είμαι μόνο εγώ… Πιο παλιά ήταν άλλοι…». Τη νιώθεις την παλαιότητα στους τοίχους, στο ταβάνι, στα κουφώματα, στα μάρμαρα, στις κρεμάστρες… την πιάνεις στη μυρουδιά! «Ουζάκι;» «Βεβαίως! Μεζέ;» «Βάλε και μεζέ. Εξω θα κάτσω». Καφενείο του Κουκούτση, πλατεία Οθωνος. Να την πω πάνω Καλαμάτα; Να την πω. Αφού ανηφόρισα αρκετή ώρα από τη θάλασσα κι έφτασα στην παλιά πόλη; Μη φανταστούμε, βέβαια, ανηφοριές του Ζωγράφου ή της Πετρούπολης· οι ανηφοριές της Καλαμάτας είναι χάδι!
Ματς στο τάβλι δίπλα: δύο παίζουν, πέντε σχολιάζουν: «Πάλι ντόρτια!» ο παίκτης. «Αμάν ρε, ούτε ο Παναθηναϊκός το ’93!» ο σχολιαστής (το έψαξα, έχασε το πρωτάθλημα ο Παναθηναϊκός στο τσακ από την ΑΕΚ, αλλά της πήρε το Κύπελλο στα πέναλτι!). «Καλά που δεν παίζεις μπαρμπούτι. Θα έχανες και το σπίτι!» Ομως και κουβέντα, εκτός παιγνίου: «Τς έμασ’ τς ελιές;», ερώτηση. Ερμηνεία: «Τις έμασες (τις μάζεψες) τις ελιές;» Καλαμάτα γαρ. Φαίνεται πως πήγαν καλά οι ελιές φέτος, τουλάχιστον σε κείνα τα μέρη. Μακάρι, μήπως πέσει και η τιμή μια στάλα. Αν κι εδώ που φτάσαμε, μόνη τιμή που πέφτει συνήθως είναι η τιμή των ηθικών αξιών… «Δε βαριέσαι… Σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε…» ο… που έχασε την παρτίδα.
