Είδα σε χθεσινό «παρασκήνιο» στη «Συντακτών» (σε δουλειά να βρισκόμαστε…) ότι «… όλος ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε το Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη για τις συναντήσεις του Νίκου Παππά…», όπου «βουλευτές και στελέχη όλων των τάσεων έστειλαν, έτσι, το μήνυμα του “μαζί”» (έστω και χώρια, συμπληρώνω). Αν και «… το κλίμα της ομόνοιας είχε και την εξαίρεσή του…». Δεν έχει σημασία, πιστεύω, η «εξαίρεση», που παρεισέφρησε στο «κλίμα της ομόνοιας».
Ομως, συνειρμικά, ήρθε στον νου μου η άλλη Ομόνοια, η πλατεία και, μεταφορικά, τα πέριξ της πλατείας, η πέρα και η κάτω και η πιο κάτω Ομόνοια, αθέατη ή προσποιητά αθέατη στους πολλούς που ούτε θέλουν να τη βλέπουν ούτε καν να την ακούν: «Μη μου λέτε γι’ αυτή/ Πού γυρνάει και πού ζει/ Θέλω να ξεχαστεί…», που τραγουδούσε τα χρόνια εκείνα ο Καζαντζίδης σε στίχους Πυθαγόρα.
Δεν έχουν καμία σημασία επομένως ούτε τα «μαζί» ούτε οι «εξαιρέσεις» ούτε το όποιο «κλίμα ομόνοιας», όταν τα πέριξ της… Ομόνοιας βοούν στην κακομοιριά, όζουν (κυριολεκτικά αυτό, διήλθα από κει με αμάξι και με ανοιχτά παράθυρα το Σάββατο το απόγευμα) στη μιζέρια και μολύνουν και ενοχοποιούν ακόμα και σένα που τα βλέπεις και που, παρότι σε δυσαρεστούν και σε πικραίνουν, εντούτοις δεν μπορείς, ίσως και να μη θέλεις, να κατεβείς από το αμάξι. Ομως δεν ανεβάζεις και τα τζάμια. Η οσμή σε έχει διαποτίσει, μπορεί και διαβρώσει· το τραβάει η όρεξή σου που λένε…
Κάποια άλλη φορά, όταν –που δεν το βλέπω και για πολύ σύντομα– ξαναβρούν οι λέξεις τα παλιά τους νοήματα και θα μπορούν να μας καταλαβαίνουν οι άλλοι κι εμείς να καταλαβαίνουμε τους άλλους, ίσως τότε μιλήσουμε πιο από καρδιάς για την ομόνοια με πεζό και την Ομόνοια με κεφαλαίο και για τις «άπειρες» διαχρονικές μεταμορφώσεις τους, εντός, εκτός και στα πέριξ. Ισως…
