Τα φωτογράφισα, έτσι προκλητικά που τα είδα και τεράστια, Τρίτη του Πάσχα, στον Λαύκο Νοτίου Πηλίου. Θυμήθηκα, καθώς τα φωτογράφιζα, δύο ταξίδια σε εποχές μακρινές. Το ένα στην Ικαρία, στο λεωφορείο από τον Αγιο Κήρυκο στον Εύδηλο. Το άλλο, περνώντας από την Τιθορέα με τραίνο στην επιστροφή από τον Βόλο στην Αθήνα. Τέτοια εποχή και τα δύο. Εποχή που ανθοφορούν και ευωδιάζουν τον τόπο τα σπάρτα- τα «ξανθολούλουδα», όπως τα είδε και τα απαθανάτισε ο (λεξιπλάστης) Παλαμάς. Δεν θα ήταν και άσχημο, σκέφτηκα, ένα καλωσόρισμα στο καλοκαίρι με μια αγκαλιά ανθισμένα σπάρτα!
Ιούνιος στην Ικαρία, τότε. Δεκαετία του ’80. Δεν έχει ακόμα ασφαλτοστρωθεί ολόκληρος ο δρόμος από τον Αγιο στον Εύδηλο: έργα και σε πολλά σημεία χωματόδρομος και σκόνη. Ομως, ανοιχτά παράθυρα, αργή κίνηση του λεωφορείου και… εισβολή αρωμάτων από σπάρτα που τα άνθη τους χρυσώνουν τις γύρω πλαγιές. Στη μέση του λεωφορείου η γυναίκα μου κι εγώ. Καριώτικα στο πίσω κάθισμα, αλλά με προφορά αλλοιωμένη από πολλά χρόνια ξενιτιάς. Αντρικές φωνές: «Τι υπέροχη ευωδιά!» θαυμάζει ο ένας. Και ο άλλος, αμέσως: «Αν σου πω ότι για να μυρίσω αυτό το άρωμα έρχομαι από την Αυστραλία! Θα το πιστέψεις;..».
Μου έμεινε από τότε για τα σπάρτα αυτό το… άρωμα της νοσταλγίας που ξεσηκώνει και τους ξενιτεμένους! Δεκαετία του ’90 πια, ένιωσα αυτό το άρωμα να εισδύει από το ανοιχτό παράθυρο στο βαγόνι του τραίνου στην Τιθορέα. Τόσο κοντά στις γραμμές τα ανθισμένα σπάρτα, που σχεδόν ακουμπούσαν το τραίνο. Θυμήθηκα τον Καριώτη της Αυστραλίας (που ποιος ξέρει, για κει που πήγαινε, μπορεί να ήταν και συγγενής μου!). Επιστρέφοντας στο σπίτι κάθισα κι έγραψα ένα χρονογράφημα, για τα ανθισμένα σπάρτα στην Τιθορέα και τη νοσταλγία, στην «Ελευθεροτυπία», στη στήλη μου τότε στη δεύτερη σελίδα, «στα πεταχτά».
Πώς λέμε: οι λέξεις σκοτώνουν; Ε, το χρονογράφημά μου εκείνο το σκότωσε… εντελώς, όχι μία λέξη, αλλά ένας τόνος- έναν τονισμό στην παραλήγουσα, τον πήρε ο δαίμονας και τον μετέφερε (επειδή έτσι του κάπνισε…) στη λήγουσα! Και είδα την άλλη μέρα τυπωμένο, αντί του… λυρικού «ανθισμένα σπάρτα», το… εξωφρενικό «ανθισμένα σπαρτά». Η μεταφορά ενός τόνου έφτασε να διαλύσει ένα… όραμα, μια οπτασία. Πάει και η σύλληψη, πάει και η γέννα, πάει και το… παλιάμπελο! Από έναν τόνο που του ήρθε να ανέβει –ή να κατέβει– ένα σκαλάκι…
Εμεινε όμως η ευωδιά. Το ωραιότερο κίτρινο στον κόσμο με το πιο εκλεπτυσμένο, ανάερο άρωμα. Το άρωμα της νοσταλγίας. Ισως αυτό που ενέπνευσε στον Παλαμά το «Πανηγύρι στα σπάρτα», από την «Ασάλευτη Ζωή»: «Για κοίτα πέρα και μακριά τι πανηγύρι/ που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!/ Στο πανηγύρι το πανεύοσμο απ’ τα σπάρτα/ με τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας/ να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι,/ θησαυριστής να κλείσω μες στην αγκαλιά μου/ σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια…».
Και το άλλο, το εξαίρετο, στον Βρεττάκο, από την «Επιστροφή στο Βουνό»: «Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει/ τον Εσπερο να σε ρωτά,/ βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου/ τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου/ κι έβγα νυφούλα στα βουνά…». Καλό καλοκαίρι!
