Από ημερολόγιο: «…Μεσημεράκι. Γουστάρισα μια μπύρα στην πλατεία. Μόνος. Μόνο μαγαζί εκείνη την ώρα ανοιχτό το κοινοτικό που δεν μου πολυπάει! Συνέχισα μέχρι την άκρη του χωριό, στο Καφωδείον. Κάθισα έξω, σε μια γωνιά απάνεμη. Συννεφιά και φυσούσε. Παράγγειλα μια μπύρα, που δεν ήταν pilsner και ήταν σε ποτήρι. Δεν ήθελα ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά είπα: δε βαριέσαι… γυρεύω τώρα ψύλλους στ’ άχυρα!
»Ηθελα να μείνω μόνος, αλλά με αναγνώρισε (ή μάλλον με μυρίστηκε, γιατί καθόταν παράμερα και με την πλάτη γυρισμένη σε μένα!) παλιά χωριανή, που την ξέρω και με ξέρει από τα πρώτα χρόνια στον Λαύκο, τριάντα και… φεύγα και που, ευτυχώς, μου είναι και της είμαι συμπαθής. Ευτυχώς, γιατί μετακινήθηκε προς τη μεριά μου και κάθισε στο διπλανό από μένα τραπέζι. Ηθελε κουβέντα. Απλή γυναίκα, χήρα (ο άντρας της δεν μου ήταν το ίδιο συμπαθής, αλλά ούτε κρύο ούτε ζέστη μού έκανε…).
»Μεγάλα παιδιά, γιος και κόρη, μικρά εγγόνια, ένα-δυο χρόνια μικρότερή μου, πρόσφατα βάσανα. Γι’ αυτά κυρίως ήθελε να μιλήσει. Σκόνταψε στην αυλή, μεγαλοβδόμαδα, χτύπησε στο πρόσωπο. “Πώς διν έμ[ει]να στουν τόπου, Πέτρο μ’!”. “Είχες άγγελο!” παρατήρησα. “Ναι γεια σου. Αγγιλου είχα!”. Κλεισμένο ραντεβού για εγκεφαλογράφημα. Βγήκε για καφεδάκι. Το κέρασα. Με χαρά. Ομως διάθεση και για άλλες εξομολογήσεις δεν είχα. Είχα πράξει το ανθρωπιστικό μου χρέος…
»Γύρισα σπίτι απομεσήμερο. Μάζεψα τα πλυμένα. Είχαν στεγνώσει. Εστρωσα καθαρά σεντόνια στο κρεβάτι. Εβαλα καθαρές πετσέτες στο μπάνιο. Ζέστανα μισή από την υπόλοιπη μαγειρίτσα. Την έφαγα στη μικρή αυλή, τη σκεπαστή. Μετάνιωσα. Γιατί, παραδόξως, πήγαινε η μύγα σύννεφο· ίσως επικείμενη αλλαξοκαιριά, σκέφτηκα! Κοιμήθηκα δυο ώρες. Ξύπνησα φρέσκος. Εκανα έλεγχο συνήθειας σε αυλές και σπίτι. Φεύγω και αύριο…».
Εβρεχε την Παρασκευή της επιστροφής. Γυμνάστηκα στο υπόστεγο ακούγοντας στη ρεματιά τ’ αηδόνια. Ο,τι άνθιζε στην αυλή η πρώτη μανόλια!..
