Λοιπόν, καλοί μου άνθρωποι, που θα έλεγε και ο Βέγγος, περιπλέξαμε τους μηρούς μας, κοινώς μπλέξαμε τα μπούτια μας, με τη συνεπωνυμία Μαρινάκης Π. και Μαρινάκης Β. που άμα τους καλοπροσέξεις στο πρόσωπο, μοιάζουνε και κάπου και γίνεται το μπλέξιμο έτι… μπλεξιμότερο. Οπως εκείνο το εξαίρετο λογοπαίγνιο του μοναδικού Μποστ για… κάποιον κύριο Παναγιώτου που πήγαν με τον γιο του στο γιοτ του και είπε στον γιο του ο Παναγιώτου στο γιοτ του… Πού να τα θυμάσαι από στήθους;..
Εχουμε λοιπόν και λέμε ότι: Ο Μαρινάκης Π. είναι ο εκπρόσωπος που, όπως κάθε σοβαρός εκπρόσωπος, λέει και ξελέει ή ξελέει λέγοντας και λέει ξελέγοντας. Ο Μαρινάκης Β., να τον πούμε εν συντομία, ο εφοπλιστής, γιατί αν του βάλουμε και όλα τ’ άλλα, τότε είναι που δεν ξεμπλέκουμε με τίποτα. Αυτός δεν λέει τίποτα, άρα, αφού δεν λέει, δεν έχει και κανένα λόγο να ξελέει. Ομως συμβαίνει να λένε –ή να γράφουν– άλλοι γι’ αυτόν. Οπότε ο Μαρινάκης εκπρόσωπος τίθεται ενώπιον διλήμματος, τι απ’ αυτά των άλλων να διαψεύσει και τι, χαρτοπαικτικώς, «να περάσει ντούκου».
Διότι, κατά το γνωστό δίλημμα, τότε που πηγαίναμε στο δημοτικό: αν προηγείται το αυγό της κότας ή η κότα του αυγού (προτού καταλήξουμε στην ομελέτα…), το παρόν δίλημμα είναι αν έχουμε να κάνουμε με το ντοκουμέντο της εστίας ή με την εστία του ντοκουμέντου: Τι ακριβώς συνέβη το βράδυ του Ευαγγελισμού (μετά την παρέλαση επί τη εθνική μας ανεξαρτησία βεβαίως) στην εστία του Μαρινάκη Β., του εφοπλιστού, διά ζώσης, τηλεφωνικώς είτε μέσω sms; Ωστε να εννοήσουμε κι εμείς, οι κοινοί θνητοί, επιτέλους, τι ακριβώς διαψεύδει ο Μαρινάκης Π., ο εκπρόσωπος και, κυρίως, τι και γιατί αφήνει κάτι να πλανάται αδιάψευστο και ανεπιβεβαίωτο. Οσο για την «κόκκινη γραμμή της χυδαιότητας» που «ξεπεράστηκε»… θα πούμε ακόμα λίγα αύριο…
