Εγραφα την επομένη των εκλογών του Ιανουαρίου: «Από τις εκλογές του ’85 και μετά, από τις πρώτες εκλογές που με βρήκαν χρονογράφο, θυμάμαι να έχω το ίδιο πρόβλημα τη Δευτέρα των εκλογών: το αποτέλεσμα είναι ήδη γνωστό από την Κυριακή το βράδυ, κι εσύ, που δίνεις κομμάτι από το μεσημέρι της Κυριακής, τη Δευτέρα ο κόσμος το ’χει τούμπανο το αποτέλεσμα κι εσύ… σφυρίζεις κλέφτικα και το πας… άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε…».
Διότι ναι μεν το βάρος πέφτει στο εκλέγειν (τι ψηφίζει κανείς, και μάλιστα υπό το βάρος συνθηκών όπως οι παρούσες). Αλλά και το επιλέγειν (θέμα, από την Κυριακή το μεσημέρι, για τη Δευτέρα των εκλογών) σας διαβεβαιώ, δεν είναι από τα ευκολότερα.
Είπα κι εγώ να νοσταλγήσω τις εκλογές του παρελθόντος. Τότε που ψηφίζαμε πιο προσωπικά. Καθένας με το εκλογικό του βιβλιάριο, που κατέγραφε, κάτι σαν ατομικό αρχείο, πόσες φορές, σε ποιες εκλογές και πότε είχες ψηφίσει έως τότε, και τρέχανε οι αμελείς (στα πρωτοδικεία νομίζω!) να κολλήσουν συμπληρωματικές σελίδες.
Κυρίως όμως εκείνο που ξεχώριζε στις παλιές εκλογές, ήταν η ευκαιριακή κοινωνία των εκλογέων. Χαμένοι μεταξύ τους όλο το ενδιάμεσο, ανάμεσα σε δύο εκλογές, διάστημα, παλιοί γείτονες που είχαν αλλάξει γειτονιές, ακόμα και συνοικίες και πόλεις, παλιοί συμμαθητές, ανταμώνανε πάλι, έστω για λίγο, στις ουρές των εκλογικών τμημάτων, λέγανε τα δικά τους με ειλικρινή συγκίνηση, ξαναζούσαν για λίγο στο παρελθόν, που έχει το χάρισμα να εξωραΐζεται, να γλυκαίνει.
Οι πιο οικείοι συνέχιζαν μια δυο ώρες ακόμα στο «καφενείο της γειτονιάς» για έναν καφέ∙ δεν επιτρεπόταν τότε το οινόπνευμα την ημέρα των εκλογών∙ μετά επιτράπηκε το οινόπνευμα, αλλά χάθηκε, αλίμονο, το… πνεύμα. Αυτό το ξεχασμένο πια πνεύμα των εκλογών του νόστου, που το διατηρεί ακόμα –όσο μπορεί και αυτή– η επαρχία…
