Δεν τον καταλάβαινες. Μες στο πλήθος, ούτε που ξεχώριζε. Ηταν κάπως ψηλός βέβαια, αλλά κυρίως είχε ανάστημα. Τον χαρακτήριζαν ιδιόρρυθμο. Αμφισβητία. Ρομαντικά αναρχικό ή αναρχικά ρομαντικό – κάτι από τα δύο. Δεν έχει και τόση σημασία. Και τα δύο ήταν. Φτωχός έζησε όλη του τη ζωή. Στα δέκα του, το 1929, έστελνε κείμενα στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων».
Στα 16 του, παιδί ακόμα, μπήκε κρατώντας το λάβαρο του ΚΚΕ (δεν είχε και πολλά χρόνια που είχε ιδρυθεί και, τότε, όποιος ήταν αριστερός, ήταν ΚΚΕ) στον αγώνα των σταφιδοπαραγωγών της περιοχής του, τα περίφημα «Σταφιδικά» του 1935. Η κυβέρνηση, έναν χρόνο πριν από τη δικτατορία Μεταξά, είχε αποφασίσει να ρίξει την τιμή της σταφίδας. Είχαμε ακόμα πρωτογενή παραγωγή τότε στη χώρα και οι κρατικοκένταυροι (με τον Στεφανόπουλο υπουργό Οικονομίας) μοιράζονταν συναμετάξυ τους εκατομμύρια από πλεονάσματα. Οι παραγωγοί δεν το δέχτηκαν. Και εξεγέρθηκαν.
Κοίτα να δεις κάτι πράγματα που γίνονταν κάποτε στην Ελλάδα! Για να μην αυξηθεί η τιμή της σταφίδας στον καταναλωτή και να μη χάσει ο πραγματικός παραγωγός της, κάποτε γίνονταν αγώνες. Συνεχόμενοι και μαζικοί. Αλλά –τι περίεργο πράγμα η μνήμη, όμως…– τελικά ξεχνάει ο άνθρωπος. Και, 90 χρόνια μετά, όχι μόνο έχουμε αποδεχτεί την κατασπατάληση των δημόσιων πόρων, την κατάργηση ουσιαστικά (με κομματική βούλα) του πρωτογενούς τομέα και τα βασικά αγαθά να έχουν φτάσει στον Θεό και να μας λένε «καλημέρα» από ’κεί πάνω. Αλλά και στον Θεό αυτό πιστεύουμε ακόμα και στους κυβερνάρχες ακριβώς το ίδιο πιστεύουμε. Σταυρό και στους δύο! Ξανά και ξανά. Στον έναν κάνουμε, στους άλλους δίνουμε… Εντελώς ξανά και ξανά, όμως.
Εκείνος πάντως δεν ξέχασε. Και στον Ελληνο-ιταλικό Πόλεμο έλαβε μέρος και στο ΕΑΜ μετά εντάχθηκε. Πιάστηκε όμως. Οχι από τους Γερμανούς ναζί, αλλά από Ελληνες συνεργάτες τους… Τι περίεργο πράγμα η μνήμη όμως! Αλλοι δίναν τη ζωή και τα νιάτα τους απέναντι σε γελοίους ταγματαλήτες, που σιχαμένοι συνεργάτες φασιστών γίνονταν για να σώσουν το τομάρι τους, γιατί τέτοια καθάρματα ήταν, και 80 χρόνια μετά, εμείς τους βάζουμε στη Βουλή και στην κυβέρνηση. Ξανά και ξανά. Εντελώς ξανά και ξανά, όμως!
Στα κολαστήρια της Γκεστάπο τον πήγαν και άγρια πολύ τον βασάνισαν. Μετά φυλακή. Μετά ήρθαν τα Δεκεμβριανά. Τέτοιος καιρός ήταν που μένονταν οι μάχες στην Αθήνα: από τη μια τα καθάρματα που λέγαμε, μαζί με τους αποικιοκράτες Εγγλέζους, και από την άλλη νέα παιδιά. Μαζί τους πολέμησε κι εκείνος… Τι περίεργο πράγμα η μνήμη όμως! Δολοφόνους νέων παιδιών και πάλι ανεχόμαστε, και κυβερνήτες και δερβέναγες τούς ξανακάνουμε. Αυτούς. Τους ίδιους δολοφόνους νέων παιδιών και πάλι. Ξανά και ξανά – τόσο ξανά και ξανά όμως…
Μην τα πολυλογούμε. Επιβίωσε. Δύσκολα. Δεκάδες φτωχοεπαγγέλματα έκανε και σπουδαίος ποιητής έγινε, μα ποτέ δεν πήρε τίποτε άλλο από αξία ποιητή και απ’ τη χαρά οι στίχοι του ακόμα να μιλιούνται κι ας μην ξέρουμε ποιος τους έγραψε. Και σπουδαίοι συνθέτες να τους μελοποιήσουν και άνθρωποι γενναίοι να τους ερμηνεύσουν.
Θέλει γενναιότητα να μην ξεχνάς. Οπως και ν’ αγαπάς. Αλλιώς δεν βγαίνεις στον αγώνα – όχι, δεν βγαίνεις αλλιώς. Αλλιώς ξεχνάς. Και κάθεσαι. Στα κλούβια αυγά σου πάνω, έως να βρομίσεις κι εσύ ολάκερος κλουβγίλα, κι ας αλλάζεις θέση κάθε τόσο – απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά, στα πιο αριστερά (και καλά) και τούμπαλιν. Δύσκολο πράμα να είσαι γενναίος. Δύσκολο. Σημαίνει θυμάσαι. Μα, επιστημονικά μιλώντας, δίχως μνήμη δεν υπάρχει ούτε μάθηση, μήτε εκπαίδευση, μήτε προσαρμογή. Δεν μπορείς, δηλαδή, να τροποποιήσεις τη συμπεριφορά σου με βάση τις εμπειρίες σου. Αν δεν έχεις μνήμη, δεν. Πακετάκι πάνε αυτά… Και αν δεν μπορείς, τότε τα ίδια θα κάνεις, ατροποποίητα. Ξανά και ξανά όμως, διάολε.
Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός μάς προειδοποίησε πως το μέλλον έχει πολλή ξηρασία και νερό να πάρουμε. Ξηρασία και αμνησία έχει, Μιχαλιό μου. Πολλή αμνησία. Χαρτί και μολύβι να πάρουμε… να κρατάμε σημειώσεις επί ξηρού χάρτου. Να θυμόμαστε εμείς, μπας και ξεδιψάσει κάποιος.
