Λυπάμαι, αλλά δεν μπόρεσα να το πάω ώς το τέλος. Από τις πρώτες ερωταπαντήσεις κάτι δεν μου πήγαινε καλά, αλλά σκέφτηκα: «Ασε να δούμε, πού το πάνε οι αρχηγοί; Αρχηγοί είναι, κάτι θα ξέρουν παραπάνω…» και παρέμεινα επί των επάλξεων του καναπέ. Ομως, από κάποιο σημείο και μετά άρχισα να βαριέμαι. Να αναρωτιέμαι, για ποιο λόγο, τι συνέβη, τι προηγήθηκε και φτάσαμε σ’ αυτό το προεκλογικό ντιμπέιτ.
Και πόσο, αυτά που ρωτούσαν (για λογαριασμό του κοινού, υποτίθεται) οι δημοσιογράφοι τους πολιτικούς αρχηγούς και αυτά που απαντούσαν (επίσης για το κοινό που τους παρακολουθούσε) οι αρχηγοί στους δημοσιογράφους ταίριαζαν, έστω συνδέονταν κατά κάποιο τρόπο, με τον λόγο που γινόταν το ντιμπέιτ και τι (να μη μιλήσω κι εγώ ως εκπρόσωπος του κοινού…) προσωπικά περίμενα ή επιθυμούσα να ακούσω από αυτό. Πάντως, όχι αυτά που άκουγα και πάνω στο δίωρο, με όλα τα κανάλια συντονισμένα στο ντιμπέιτ, με οδήγησαν σε «περιθωριακό» κανάλι να παρακολουθώ γουέστερν τρίτης διαλογής.
Κατά τα άλλα, θαύμασα τη λεπτομέρεια της προετοιμασίας (ώρες επί ωρών προκαταρκτικές συνεννοήσεις που κατέληξαν σε «πλαίσιο συμφωνίας»∙ να που και κάπου συμφωνήσαμε οι νεοέλληνες!) και την ακρίβεια, την αυστηρότητα θα έλεγα, στην τήρηση συμπεφωνημένου χρόνου διάρκειας ερωτήσεων-απαντήσεων, εκ μέρους του συντονιστή δημοσιογράφου, ο οποίος, με τρακ τενόρου πρωτοεμφανιζόμενου στη Σκάλα του Μιλάνου, πάσχιζε να συντονίσει «υλικά» (πολιτικά) που δεν προορίζονταν για οικοδόμηση (λόγου και αντίλογου πολιτικού), αλλά προέρχονταν από κατεδάφιση.
Αν κάτι έμεινε, νομίζω, από το προχθεσινό ντιμπέιτ (το οποίο, ο συντονιστής δημοσιογράφος, σεβόμενος την ελληνική γλώσσα, επιχείρησε να μεταφράσει σε «αντιπαράθεση»∙ λάθος του, πιστεύω∙ δεν ήταν αντιπαράθεση, ήταν… ντιμπέιτ!), ήταν ακριβώς ότι έδειξε την κατεδάφιση (του παλιού), αλλά χωρίς να επιδείξει και κάποια «δείγματα γραφής» για το (προσδοκώμενο) καινούργιο. Ηταν, δηλαδή, ένα ντιμπέιτ που δεν άρχισε…
