Οταν είδα –στη «Συντακτών», 6/2, μετά, αναλυτικότερα, στο Διαδίκτυο– ότι, από 4/2, μεσουρανεί, κυριολεκτικά, πόλεμος ιπτάμενων μπαλονιών και άλλων Αγνωστης Ταυτότητας Ιπτάμενων Αντικειμένων (τα γνωστά μας από ταινίες επιστημονικής φαντασίας ΑΤΙΑ), μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Καναδά, κάπου παρεμβαλλόμενης και ολίγης Ρωσίας (Ουκρανία γαρ στο προσκήνιο), με κομπάρσους εξωγήινους, το πρώτο που σκέφτηκα, ήταν δύο εξαίρετες, καυστικές, πολύπτυχες και απολαυστικές κινηματογραφικές σάτιρες, την εποχή που μεσουρανούσε η ψύχωση του Ψυχρού Πολέμου.
Υπήρξαν αρκετά ανάλογα φιλμ –τιμή στους δημιουργούς τους– εκείνη τη φοβερή εποχή που αρκετές φορές πλησίασε στο χείλος μιας (ακόμα) παγκόσμιας ανάφλεξης, αλλά σ’ αυτές τις δύο πήγε αμέσως η σκέψη μου. Η μια, του 1959, βρετανική, του Τζακ Αρνολντ, «Το ποντίκι που βρυχάται», με τον ανεπανάληπτο Πίτερ Σέλερς σε τρίδυμο ρόλο: Παλαιολιθικό ευρωπαϊκό δουκάτο, που όλη η οικονομία του βασίζεται στην παραγωγή κρασιού, καταστρέφεται οικονομικά από τις ανταγωνίστριες ΗΠΑ, τους κηρύσσει τον πόλεμο, ώστε να ηττηθεί και να ανορθωθεί από αμερικανική βοήθεια, αλλά αιφνιδίως αποκτά υπερόπλο και αρχίζει πλέον να υποβάλλει το Φένγουικ (όνομα του δουκάτου) όρους στις ΗΠΑ.
Η άλλη, αμερικανική, του 1966, το «Ερχονται οι Ρώσοι» (που τότε ήταν Σοβιετικοί, μέσα και οι Ουκρανοί), του Νόρμαν Τζιούισον: Πανικός στους κατοίκους αμερικανικού νησιού από απροσδόκητη προσάραξη στα αβαθή ρωσικού (συγγνώμη, σοβιετικού) υποβρυχίου, επειδή ο περίεργος κυβερνήτης του (έξοχα αφελής ο Αλαν Αρκίν) ήθελε να δει πώς είναι η Αμερική. Παθαίνουν ταράκουλο οι Αμερικάνοι, πιο ταράκουλο οι εθνοφρουροί και γίνεται το έλα να δεις.
Αμφότερες οι ταινίες με χάπι εντ (αλλιώς θα είχαμε πόλεμο: εντ και πάπαλα). Αυτή είναι και η αξία της αληθινής σάτιρας: σε πάει έως εκεί, που μετά από κει ακολουθεί το χάος. «Ευτυχώς που δεν έγινε!..» μονολογεί ο θεατής. Ετσι είπα κι εγώ για τα μπαλόνια: «Ευτυχώς που καταρρίφθηκαν! Σκέψου να σκάγανε στον αέρα!..».
