Το γυρόφερνα από τον Μάιο, μετά την εκδρομούλα στο Ναύπλιο: ένα ουζάκι στη Χαλκίδα, στην παραλία και στα τρελά νερά του Εύριπου. Ομως, με τον προαστιακό· όρος απαράβατος, να ξέρουμε και τι μας γίνεται… Μάζεψα ένα καλάθι υποσχέσεις και «μπράβο!», «βλέπουμε…». Είδα κι αποείδα και… πήγα μόνος. Μια απόφαση ήταν και μία ώρα και είκοσι λεπτά ταξίδι, ευχάριστο. Μοναδική εξαίρεση, το… ολοκαύτωμα από την περσινή πυρκαγιά στα Κιούρκα (Πάρνηθα), να σου ματώνει την καρδιά!
Επιτέλους Χαλκίδα! Περπάτησα την παλιά παραλία των… αναμνήσεων: εκδρομές με Λαμπράκηδες και φλερτάκια με κάποια αξέχαστα κορίτσια, όμορφα, που τα ομόρφαινε περισσότερο η ντροπαλοσύνη. Εφτασα μέχρι την άκρη της πόλης, το περίφημο κόκκινο σπίτι (που μου φάνηκε σαν κλειστό) και τον Ναυτικό Ομιλο. Χάζεψα από τη γέφυρα παιδιά του ομίλου να προπονούνται στο κανόε καγιάκ στα ορμητικά νερά. Τα θαύμασα.
Δεν φωτογράφησα, παρά ελάχιστα. Τυχαία είχα μαζί μου στιλό. Κράτησα κάποιες πρόχειρες σημειώσεις στο… δελτίο παραγγελίας του ουζερί. «Στου “Γιάννη” θα πας! Είμαστε και πατριώτες!», μου συνέστησε ο Ευβοεύς Παπαχρήστος. Ούζο, γαλέος (φρέσκος), σκορδαλιά και ψωμί καψαλισμένο με λάδι και ρίγανη. Από κάτω, πίσω από τα κάγκελα, τα τρελά νερά του Ευρίπου να είναι στο φόρτε τους. Πάνω στην ώρα που αποτρελαίνονται. Ακριβώς τη στιγμή, εκείνη τη μία ώρα της ημέρας, που γίνονται ακατάστατα, στροβιλίζονται αναποφάσιστα, αν θα πάνε κατά το βορρά ή κατά το νότο και τα φέρνουν κύκλο οι βαρκάρηδες, να μην τους καταπιεί η δίνη και χοροπηδάνε οι γλάροι στον αέρα.
Βούλιαζε πίσω από τα βουνά, μέσα σε σύννεφα ο ήλιος, καθώς ξαναπερνούσα την τρεμάμενη γέφυρα (που ορθώνεται σαν σε παρέλαση, όταν περνάνε πλοία τον πορθμό) κατευθυνόμενος στον παλιό σταθμό, με την ερειπωμένη «Αποθήκη Εμπορευμάτων», να πάρω τον Προαστιακό. Μετά από ένα ουζάκι στη Χαλκίδα για τον καινούργιο χρόνο…
