Από προσωπικό ημερολόγιο: «Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2022, 5:26 π.μ. Ο καιρός επιμένει στα καλά του: 15 βαθμοί στο Παγκράτι, 17 στο Φάληρο, αίθριος με μπουνάτσα, Επεσα, χθες βράδυ, για ύπνο κατά τις δώδεκα, ξύπνησα τεσσεράμισι. Είχα κοιμηθεί και απόγευμα, καλά· πάλι με ξύπνησε τηλεφώνημα, κατά τις έξι· έχει, νομίζω, ενδιαφέρον, επαγγελματικό: Ηταν από τη διόρθωση της εφημερίδας και αφορούσε δική μου ασάφεια στο σημερινό (σ. της Παρασκευής) χρονογράφημα. Κάπου ήθελε προεισαγωγικά –“άνω-κάτω τελεία”, όπως το λέμε στη διόρθωση–, και αντ’ αυτών είχα βάλει σκέτη τελεία, οπότε δεν διευκρινιζόταν επακριβώς το υποκείμενο που ακολουθούσε· όντως… υποκείμενο: ήταν ο χαμένος στις εκλογές της περασμένης (σ. προπερασμένης) Κυριακής στη Βραζιλία, Μπολσονάρο, ένας άθλιος καραβανάς!
»Δεν νυστάζω τώρα, τέλος πάντων. Σκεφτόμουν πρωτύτερα πως, αν θα πάω σήμερα για κολύμπι –που θα πάω– θα πιάσω το χειμερινό όριο κολύμβησης, που ήταν πάλι 4η Νοεμβρίου, πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια. Τότε που μου κλέψανε τον σάκο στον Μπάτη· ευτυχώς μου άφησαν παντελόνι, φανελάκι και παπούτσια· όλα στο κακό τους χάλι, δεν τα έκλεβε ούτε μπατιροκλέφτης. Ηταν, νομίζω, 4 Νοεμβρίου του 2017· βαριέμαι τώρα να ψάχνω στους Λαθρεπιβάτες (σ. γενικός τίτλος ημερολογίου).
»Θυμάμαι τη χρονιά (για την ημέρα δεν αμφιβάλλω), γιατί στον σάκο είχα (και) το μυθιστόρημα “Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές”, του Μάνου Ελευθερίου· ήθελα μάλιστα καμιά εικοσαριά σελίδες να το τελειώσω. Εναν-δυο μήνες μετά συνάντησα τυχαία τον Μάνο. Δεν ήταν πολύ καλά στην υγεία του. Ομως το χιούμορ του… μάλλον πρέπει να έφυγε μαζί του. Οταν του αφηγήθηκα το συμβάν, μόλις είπα ότι στον κλεμμένο σάκο είχα και τη “Γυναίκα” (του), σχολίασε ακαριαία: “Καλά να πάθεις!”. Πέθανε μερικούς μήνες μετά· τον Ιούλιο του 2018».
ΥΓ. Κολύμπησα τελικά. Υπέροχος Σαρωνικός. Για δυο αεροπλάνα χαμηλής πτήσεως στον Μπάτη, αύριο…
