Είναι δικτατορία, είμαι νέος, 22-23 χρόνων, άρτι αποφυλακισθείς από τις φυλακές της Αίγινας, σούρουπο, καλοκαιράκι και κατηφορίζω την Ιπποκράτους· με το πόδι, από τότε… Εκεί, λίγο μετά τη Βουλγαροκτόνου (ευτυχώς, στα σύγχρονα σχολικά βιβλία της Ιστορίας αναφέρεται απλώς ως Βασίλειος Β΄ της δυναστείας των Μακεδόνων) μπήκα στον πειρασμό να αμαρτήσω… ασφαλίτικα, όπως οι χαφιέδες. Εχοντας υπάρξει θύμα προσωπικών παρακολουθήσεων που αντιλήφθηκα, πειραματίστηκα να δω αντιδράσεις τυχαίου ανθρώπου που αντιλαμβάνεται ή υποψιάζεται ότι κάποιος, άγνωστος, τον παρακολουθεί.
Εντόπισα λοιπόν το θύμα (έγινα δηλαδή από θήραμα που ήμουν στην πραγματικότητα λόγω χούντας, θηρευτής –predator με σημερινή ορολογία… επισύνδεσης–, εκμεταλλευόμενος την ατμόσφαιρα της χούντας): Ηταν ένας ανθρωπάκος, λεπτός, μικρόσωμος, με ένα σακουλάκι στο χέρι. Μου φάνηκε πως ό,τι είχε σχολάσει από τη δουλειά. Τον πήρα το κατόπι, από απόσταση μερικών βημάτων, διαγωνίως, έτσι που να καταλάβει ότι παρακολουθείται. Βημάτιζα με την ταχύτητά του. Με κατάλαβε στο πρώτο τετράγωνο. Δεν γύρισε να κοιτάξει (ποιος γύριζε εκείνα τα χρόνια;), αλλά άλλαξε συμπεριφορά: βάδιζε νευρικά, έχανε το βήμα του, άλλαζε συνέχεια χέρι στο σακουλάκι που βαστούσε, κοιτούσε απεγνωσμένα μέσα στα φωτισμένα ακόμα καταστήματα της Ιπποκράτους για κανέναν γνωστό (ήταν φαίνεται της γειτονιάς…) και τον καληνύχτιζε ονομαστικά, αλλά με φωνή ξεψυχισμένη… Να πω και κάτι στα ψέματα, σκηνοθετικό, αλλά ήταν αλήθεια τότε: …καθώς, από τα ανοιχτά παράθυρα των διαμερισμάτων ακουγόταν ο «Αγνωστος Πόλεμος».
Τον προσπέρασα τον άνθρωπο και τον άφησα στην ησυχία του λίγο παρακάτω, στην Καλλιδρομίου. Σαν να άκουσα την ανάσα του της ανακούφισης στην πλάτη μου. Ηταν ένα κακό παιχνίδι –ούτε και ξέρω πώς μου κατέβηκε–, για το οποίο ασφαλώς και έχω μετανιώσει. Είμαι δε έτοιμος να καταθέσω σχετικά, με όλες τις λεπτομέρειες, στην εξεταστική επιτροπή και δεκάρα δεν δίνω για τα δέκα χρόνια φυλακή της κ. Μπακογιάννη-Μητσοτάκη…
