Μέσα στα κορονοϊκά, τα περίπλοκα πολιτικά, την ακρίβεια, την οικονομική αστάθεια, ίσως και εξαιτίας όλων αυτών, ζούμε και μια παράλληλη καθημερινότητα, αρκετά σοβαρή, αλλά που την προσπερνάμε. Αποτυπώνεται σε κάποιες ιδιαίτερες λεπτομέρειες σαν παρεκκλίσεις από το «κοινωνικώς φέρεσθαι», σαν παραβατικότητες· εξαιρώ τα εγκλήματα· ιδίως τις γυναικοκτονίες που είναι μόνες τους ξεχωριστό κεφάλαιο!
Σαν παράδειγμα, ελάχιστο, αλλά, πιστεύω, ενδεικτικό: Μπήκαν κλέφτες στην πολυκατοικία μας και σούφρωσαν τις μπρούτζινες βέργες που κρατούσαν το χαλί στα σκαλιά της εισόδου… 61 χρόνια· η πολυκατοικία –μου έλεγαν παλαιότεροι ένοικοι– κατοικήθηκε Χριστούγεννα του ’60. Εχω ακούσει για κλοπές και κλοπές σε σπίτια, σχεδιασμένες ή «της αρπαχτής» (μπουκάρουν κλέφτες στα γρήγορα κι ό,τι αρπάξουν). Ακόμα και από «παλιατζήδες», διά της… απασχολήσεως: ο ένας σου πιάνει την κουβέντα και ο άλλος, με τρόπο, σε ξαφρίζει· το έχουνε πάθει πολλοί.
Αλλά να σουφρώσουν βέργες για χαλιά εισόδου πολυκατοικίας, πρώτη φορά (δεν) το έβλεπα! Από όσο είδα… γκουγκλάροντας τις τιμές ανά κιλό –μπρούτζου/χαλκού– είναι ζήτημα αν η «επιχείρηση» αποφέρει στη «μαύρη» (δεν νομίζω αυτά τα προϊόντα να διατίθενται στην κανονική αγορά· συνήθως «σκοτώνονται» κοψοχρονιά στις «μαύρες» πιάτσες) πάνω από τριάντα ευρώ. «Ψιλικατζήδες». Αυτή η παράλληλη καθημερινότητα είναι γεμάτη από «φτωχοδιάβολους» και «ψιλικατζήδες».
Θυμάμαι, κάποτε, πάνε χρόνια, από φίλο –πιο… συστηματικοί κλέφτες– σουφρώσανε από το εξοχικό του, κάπου στα Δερβενοχώρια της Πάρνηθας, όλα τα παράθυρα, μέσα–έξω, μαζί με τις κάσες, τις οποίες ξήλωσαν (εννοείται ότι «σήκωσαν» όλο το σπίτι!). Ο άνθρωπος αποφάσισε να μην εγκαταλείψει το σπίτι του και να το επισκευάσει. Ειδικά για τα παράθυρα, πήγε στις γνωστές πιάτσες μεταχειρισμένων υλικών οικοδομής, κάπου στο Αιγάλεω. Φυλάει και τον νοικοκύρη… που λέμε. Βρήκε ακριβώς τα… κλεμμένα του. Ολα! Εξήγησε στον «μαντρά» τι είχε συμβεί. Οπότε, τα ανέκτησε με… τιμές αποκτήσεως: «σκοτωμένα».
