Μια λέξη. Ετσι μου ’ρθε. Ψάχνοντας μέσα στο κλίμα την ατμόσφαιρα της Αποκριάς. Κάτι να γράψω, να τη θυμίσω, μιας και φέτος ξεχάστηκε και πήγε στα χαμένα, όπως και πέρσι· επιπλέον βούλιαξε και στο χιόνι. Θύμα κι αυτή των εγκλεισμών, των λοκντάουν, των τέικ και κλικ εγουέι και άλλων καινοφανών σημείων στη γλώσσα μας που δεν προλαβαίνει, η δόλια, να μαζεύει λέξεις και να δίνει σημασίες.
Το παράδοξο με τη φετινή Αποκριά είναι ότι, ενώ άπαντα τα αποκριάτικα -καρναβάλια, γλέντια, χοροί, τσικνοπέμπτες κ.λπ.- απαγορεύονται ρητά και κατηγορηματικά (χαρδαλιαϊστί), το κυριότερο αξεσουάρ της Αποκριάς, το έμβλημά της, η μάσκα, είναι υποχρεωτική διά ροπάλου και με τρία κατοστάρικα πρόστιμο οι αφόρετοι.
Σούργελο, λέξη φτιαχτή, όχι και πολύ παλιά, στη δεκαετία του ’90 υπολογίζουν την εμφάνισή της οι γλωσσολόγοι. Τότε, φαίνεται, γεννήθηκε η ανάγκη της να χαρακτηριστεί μια κατηγορία ανθρώπων. Εως τότε, προφανώς, δεν υπήρχαν σούργελα και αρκούσαν χαρακτηρισμοί, όπως: γελοίος, σαχλαμάρας, σαχλεπίσαχλος και άλλοι παρόμοιοι· αυτό σημαίνει πάνω-κάτω, είναι δε και δική μας, ελληνική, εμείς τη φτιάξαμε.
Οπου το σούργελο, γένους ουδετέρου, κατά πιθανότερη ετυμολογική εκδοχή προέρχεται από συμφυρμό του σούρνω (σύρω, επισύρω) + γέλως· αυτός/αυτή που προκαλεί, επισύρει το γέλιο, όχι με κωμική, με εύθυμη διάσταση, αλλά με γελοία. Αυτός που «είναι για γέλια και για κλάματα», μονολεκτικά: σούργελο. Ο περίγελος, το περίγελο. «Του κόσμου το περίγελο κατάντησε να γίνει/ Και όλα αυτά για χάρη της και όλα αυτά για κείνη…», τραγουδούσε ο Διονυσίου με παράπονο. Σούργελο τον κατάντησε τον άνθρωπο η κυρία!
Είμαι από αυτούς που θεωρούν τα σούργελα είδος εν πληθωρική αφθονία στην ημεδαπή χλωροπανίδα, αναπαραγόμενο μάλιστα εσχάτως διά ποικίλων μέσων (μαζικής ενημέρωσης). Οσοι, παρά ταύτα, θεωρούν το είδος σπάνιο, θα τους πρότεινα, καλοπροαίρετα, να συμβουλευτούν τον καθρέφτη τους…
