Μίνι πάρτι γενεθλίων σε συγγενικό σπίτι στα Εξάρχεια, Παρασκευή μεσημέρι, με κωδικό έξι και νομιμόφρονες: πέντε άτομα, χωρίς αγκαλιάσματα, με τις αποστάσεις μας και ανοιχτή την μπαλκονόπορτα (υπάρχουν και φωτογραφικά πειστήρια στο smartphone φίλης ευγενεστάτης και ωραιοτάτης!). Ολα καλά, οι κουβέντες ενδιαφέρουσες, γελάσαμε και με δυο πιπεράτα ανέκδοτα… Μόνο κακό μου, ότι, πέραν της τούρτας γενεθλίων, ξετίναξα και κάτι καρυδόπιτες σούπερ, από φούρνο των Εξαρχείων…
Εφυγα μετά τις πέντε. Είχα κατηφορίσει με τα πόδια. Επέστρεφα με τα πόδια (μήπως και… αφομοιώσω τις καρυδόπιτες…). Αλλά μου έτυχε στον δρόμο, στη Ζωοδόχου Πηγής, ένα ταξί, το σταμάτησα και μπήκα. Λάθος! Αλλά πού να το φανταστώ ότι θα έπεφτα σε μποτιλιάρισμα Παρασκευή απόγευμα! Με περιορισμούς κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων. Ημουν στο σπίτι πέντε λεπτά νωρίτερα από όσο αν συνέχιζα με τα πόδια! Ηταν και κλειστή η (πρωθυπουργική…) Ηρώδου Αττικού· επιτέλους, γιατί το είχαμε παραξεφτιλίσει οι πληβείοι, πρωί-βράδυ στα πόδια των πατρικίων…
Ανοιξαν τα μαγαζιά [μου έλεγαν πρωτύτερα για κάτι ουρές έξω από μαγαζιά στην Πατησίων, να χάνεις το μυαλό σου· το πιστοποίησα μετά στις ειδήσεις]. Εκτόνωση διά της καταναλώσεως. Ποιος ξέρει, ίσως και μια… φιλοσοφική (έστω λανθάνουσα) τάση του είδους: Σήμερα ζούμε (ακόμα), αύριο ποιος ξέρει; Μια ζωή την έχουμε (αυτό, είμαι απόλυτα βέβαιος, το πιστεύουν και οι ελπίζοντες… μετά θάνατον)… όσα πάνε κι όσα έρθουν!
Συχνά, η επίγνωση του πεπερασμένου, η βεβαιότητα (η μόνη βεβαιότητα, εδώ που τα λέμε…) ότι ήρθαμε και θα φύγουμε, σε τρέπει ακόμα και στην απληστία. Τα θέλεις όλα… Λοιδορούσανε τους Ακραγαντίνους οι άλλοι αρχαίοι ότι χτίζανε λες και ήταν αθάνατοι και γλεντοκοπούσανε λες και θα πέθαιναν την άλλη μέρα. Σπάνια οι μεγάλες δοκιμασίες σε κάνουν σοφότερο· άσε που και η σοφία, ένα ατελείωτο μπέρδεμα κι αυτή…
