Τηλεφώνησα το Σάββατο, μεσημεράκι, στον φίλο μου τον Τάκη να δω τι κάνει. Τον πέτυχα, παρέα με τον άλλο φίλο μας, τον Κίμωνα, στην πλατεία Οσίας Ξένης στην Κοκκινιά. Εκεί που προς το τέλος της Κατοχής, 17 Αυγούστου 1944, έγινε το πιο αιματοβαμμένο μπλόκο, από Γερμανούς και ντόπιους δωσίλογους (με κουκουλοφόρους καταδότες)· πάνω από 350 νεκροί και 8.000 σε στρατόπεδα.
«Δεν έρχεσαι κατά δω…» είπαν. Φύσει επιρρεπής σε ανάλογες προκλήσεις, άφησα τις δουλειές μου στο ευλογημένο… αύριο και με το μετρό (και τη μασκούλα μου) ήμουν εκεί σε είκοσι λεπτά, εκ των οποίων τα δέκα περπατώντας. Ωραίες γειτονιές, ανθρώπινες, με τις «καλημέρες» τους· η παλιά προσφυγιά! Τους βρήκα σε ιδανική πόζα στο ιδανικό σημείο! Κρασί ο Κίμωνας, τσίπουρο ο Τάκης· με μέτρο. Ακολούθησα τον Κίμωνα. Μεζές μαρίδες, τηγανητές πατάτες, σκορδαλιά και ντομάτα τριαντάφυλλο. Τέλεια.
Μια παρέα μεσήλικοι στο πλαϊνό τραπέζι με κιθάρα: «Είναι μεγάλος ο γιαλός είναι μακρύ το κύμα…». Κοκκινιά, όπως και να το κάνεις! Οι αναμνήσεις τρέφουν. Έφυγε η παρέα· είχε μεσημεριάσει. Οι αντροπαρέες του Σαββάτου γύριζαν στο σπίτι για το μεσημεριανό· η οικογένεια… Προοπτική τάξη της ζωής. Τα απρόοπτα να απεύχεται κανείς, τα ξαφνικά και αναπάντεχα. Μείναμε ακόμα λίγο. Ζητήσαμε, από την εξυπηρετική κοπέλα του καταστήματος, με το επόμενο κατρούτσο, το τελευταίο, να βάλει και λίγο… Καζαντζίδη. «Εδώ πιο πάνω, στο Κατράκειο, έζησε τα τελευταία του χρόνια…» (ο μεγάλος του λαϊκού μας τραγουδιού), είπε ο Κίμωνας, που είναι Κοκκινιώτης, πρωτοξάδελφος του αξέχαστου φίλου, συνάδελφου και κουμπάρου μου, Γιάννη Καλαϊτζή, Κοκκινιώτη επίσης.
Πόσα δεν φέρνει η ώρα που τα ’χει πάρει ο χρόνος και κάποιες ώρες όμορφες, κάτι δροσερά μεσημέρια του Οκτώβρη, στα ξαναφέρνει πίσω και σε ξαναγεννάνε. Γιατί όποιος δεν θυμάται, δεν ξαναγεννιέται. Είναι διαρκώς νεκρός!
