Μας έφερε κοντά η κοινή αγάπη για την Αθήνα. Χριστούγεννα ήταν, θυμάμαι, του ’87∙ κοντά τριάντα χρόνια! Γεννημένοι και οι δύο, την ίδια χρονιά, και μεγαλωμένοι στην Αθήνα –στην Αθήνα της λαϊκής συνοικίας και της προσφυγικής γειτονιάς–, στη Γαργαρέττα πρώτα και μετά στο Αιγάλεω αυτός, στους Αμπελοκήπους εγώ, «ζωγραφίσαμε» και οι δύο, καθένας από τη θέση του και με τον τρόπο του, αυτή την πόλη και αυτές τις γειτονιές: αυτός με τη μουσική του, την απίστευτα τρυφερή και με βάθος νοσταλγικό μουσική του, εγώ με τα κείμενά μου. Υπήρχε μεταξύ μας και ένας ιδιαίτερος, προσωπικός, δεσμός: ορφανέψαμε και οι δύο μικροί από πατέρα. Μοναχοπαίδι με μητέρα ράφτρα. Στο μεροκάματο από δεκαπεντάχρονο παιδί, σε υφασματάδικο στην Αγίας Ειρήνης. Νυχτερινό και ωδείο με τσίμα τσίμα τις οικονομίες της οικογένειας. Από παιδί στον ύπνο του έβλεπε φωτιές…
Τον γνώριζα βέβαια –χωρίς να με γνωρίζει– πολύ προτού γνωριστούμε∙ από τη δεκαετία του ’60, της μπουάτ και του νέου κύματος∙ από τους πρωτεργάτες αυτός της νέας μουσικής και ενός άλλου, διαφορετικού τρόπου διασκέδασης για νέους: κυλιόμενο ξενύχτι μέχρι πρωίας∙ άγρια χαρά και λαχτάρα παρθενικών ερωτικών σκιρτημάτων: Κατακόμβη, Ταβάνια, Παράγκα, οι αξέχαστες Εσπερίδες του Γιάννη Αργύρη… Στα είκοσι πέντε του ήταν πια φτασμένος συνθέτης, με παραγγελίες έργων και πρώτες διακρίσεις∙ οι μεγάλες που ακολούθησαν αργότερα: βραβεία Κάρολος Κουν και Δημήτρης Μητρόπουλος.
Εργογραφία ογκώδης, με εύρος μουσικής εντυπωσιακό! Υπάρχουν όλα στο επώνυμο site. Σε μας, που τον ζήσαμε από κοντά –ακόμα και στις εκρήξεις του!– μένει η χαρά της γνωριμίας και η γενναιοδωρία της φιλίας. Στη Νανά και τον γιο τους, τον Μιχάλη, την αγάπη μου. Νόμιζα ότι με τη γυναίκα μου αποχαιρετούσα τον τελευταίο δικό μου άνθρωπο! Τον Βασίλη Δημητρίου κατευοδώνουμε σήμερα στις δύο από το Α΄ Νεκροταφείο.
