Δώρο πρωτομαγιάτικο (χάσαμε και ήθη κι έθιμα μες στην κορονοϊκή ισοπέδωση…) από τον εσαεί φίλο Νίκο Ψιλάκη, μάστορα της κρητικής λαογραφίας και του κρητικού γραφτού και αφηγηματικού λόγου…
Τελευταία μέρα του Απρίλη, λέει, ξεκινούσαν οι γυναίκες και μάζευαν σαράντα βοτάνια: θυμάρι, φασκομηλιά, ρίγανη, θρούμπα, μάραθο, λαγουδόχορτο, αρχατζίκους (μυρώνια), σταφυλινάκους… (ονόματα με μουσική!). Ζυμωμένοι με τη φύση, τότες, άνθρωποι, ήξεραν τα μυστικά της, ήξεραν κι από πλούτο γης. Μόλις συμπληρωνόταν ο μαγικός αριθμός 40, μόνο τότε, έπαιρναν του γυρισμού τον δρόμο. Σαράντα βοτάνια ήθελε το μαγιάτικο γλύκισμα -ούτε 39 ούτε 41!- για να δέσει, ώστε μετά να λύσει τα μάγια. Από κει και τ’ όνομα: Μαγιολύτης! (λέξεις να υποκλίνεσαι! Σήμερα μόνο κάποιοι παλιοί ίσως τα θυμούνται). Στο σπίτι τ’ ανακάτευαν όλα μαζί, τα ψιλοκόβανε, πρόσθεταν μέλι και γάλα, ξηρούς καρπούς και τ’ άφηναν να αστρονομιστούν (να τα δούνε της άνοιξης τ’ αστέρια!) όλη νύχτα.
Το πρωί το γλύκισμα-ελιξίριο του Μάη ήταν έτοιμο. Επρεπε να φάει απ’ αυτό όλη η φαμίλια. Ακόμα, έπρεπε να δοθεί και σε περαστικούς και γείτονες. Μεγαλύτερη θα ήταν η προστασία από τις απειλές του μήνα της μαγείας, αν δοκίμαζαν σαράντα στόματα ετούτο το σαρανταδέντρι! Κι αν ρωτούσες, γιατί μέλι και γάλα; Γιατί κι η μέλισσα μαζεύει από σαράντα λογιώ λουλούδια το μέλι της, κι η αίγα τρώει σαράντα λογιώ βοτάνια για να γεμίσουν οι μαστοί της γάλα!
Το ίδιο γινόταν και με το μεσημεριανό φαγητό. Επρεπε να παρασκευαστεί με 40 λογιών υλικά, συνήθως χόρτα και βότανα. Από τα πιο συνηθισμένα εδέσματα της (κρητικής) Πρωτομαγιάς ήταν σφουγγάτο με σαράντα χόρτα, λουλούδια και βότανα! Αυτά τότε, που ο κόσμος πίστευε στα μάγια. Μετά, ήρθαν οι μάσκες και τα γάντια μίας χρήσεως…
