ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κουβάλησα στο περπάτημα. Το κουβαλάω και τώρα. Δεν μπορώ να μην το κουβαλάω. Ισως και δεν θέλω. Ερχονται φορές που φορτώνεσαι το βάρος του κενού και βαδίζεις στον χρόνο ανέπαφος. Σαν να μη σε νοιάζει το βάρος.

Σαν να έχεις νικήσει τον νόμο της βαρύτητας. Ή να νιώθεις το βάρος σαν ευθύνη και σαν καθήκον. Σαν τον απόλυτο λόγο που υπάρχεις. Ανθρωποι είμαστε. Δεν είναι μια κι έξω· ήρθαμε, είδαμε, φύγαμε· αυτή η αναθεματισμένη ακολουθία, τα πρόστυχα μαθηματικά της ζωής, οι αριθμητικές πρόοδοι και τρίχες.

Η ζωή μας είναι πρώτ’ απ’ όλα οι στάσεις που κάναμε σ’ αυτό το ταξίδι, τα πανδοχεία που έλεγε κι ο Δημόκριτος: βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος. Δεν μπήκες στο τρένο, τράβηξες και τις κουρτίνες, άλλαξες και δυο κουβέντες με κάποιους συνεπιβάτες κι έφτασες στο τέρμα. Στάθηκες. Κατέβηκες. Περιπλανήθηκες. Γνώρισες και σε γνώρισαν. Συναναστράφηκες και σε συναναστράφηκαν. Ερωτεύτηκες. Σε ερωτεύτηκαν. Εκλαψες, χάρηκες, πόνεσες, γέλασες.

Μίλησες με καρδερίνες ξημερώματα κι είδες το φεγγάρι τα μεσάνυχτα να λιώνει στο ποτήρι σου. Οταν ο φίλος πλάι άρπιζε στον αέρα μια κιθάρα κι ένα κορίτσι έγερνε τα κλειστά του βλέφαρα στον ώμο σου. Εκείνες τις ώρες τις ξεχωριστές που δεν χρειάζονται λόγια. Τότε που ακόμα και η ανάσα είναι φλύαρη. Νοθεύει τη σιωπή. Και το κύμα, που σκάει σε κάθε ημιτόνιο στο αυτί σου όπως γέλιο Σειρήνας.

Και πώς και πού να τα χωρέσεις όλ’ αυτά· χρόνια και χρόνια· δεκαετίες καλοκαίρια. Τότε που το λεωφορείο σάς άφηνε τέρμα θεού, εσένα, τη γυναίκα σου και δυο σακίδια. Και βλέπατε το μονοπάτι που τραβούσε για τη θάλασσα, θαρρείς, από αεροπλάνο. «Αλίμονό σου αν τα ξεχάσεις!» ψιθύρισε μια φωνή. «Ποιος είναι; Ποιος μίλησε;» Κανείς…

ΥΓ. Μνήμη Γιώργου Γαβριηλίδη.