Βγήκα, χωρίς καφέ, περίπου στις εφτά το πρωί τα Χριστούγεννα, ακριβώς με τον Εθνικό Υμνο, από χορωδία, στο Τρίτο. Είπα να πάω μέχρι το Στάδιο, κι αν περνάει λεωφορείο σύντομα, να τραβήξω για θάλασσα. Αλλιώς, Αθήνα: Ακρόπολη, Θησείο και λοιπά… Δεν έδειχνε ο ηλεκτρονικός πίνακας. Ρώτησα. Εδειξε έξι-εφτά λεπτά, μου είπαν, και μετά σταμάτησε. Δεν περίμενα. Εφυγα. Βιάστηκα. Στα εκατό-εκατόν πενήντα μέτρα το λεωφορείο με προσπέρασε!
«Δεν ήταν η μέρα μου!» σκέφτηκα μειδιώντας. Ακρόπολη, Θησείο, Μοναστηράκι. Εκεί άλλαξα διαδρομή. Δεν μπήκα στην Πλάκα, όπως κάνω συνήθως, έφυγα από Αθηνάς· έρημη! Με εντυπωσίασε ο αριθμός αστέγων στην Αθηνάς· πάνω από δέκα κουκουλωμένοι (ανθρώπινα πακέτα), ξημέρωμα Χριστουγέννων. Σκέφτηκα ότι για τέτοια Χριστούγεννα, των καταφρονεμένων, θα έγραφε, αν ζούσε σήμερα, ο Παπαδιαμάντης. Σκέφτηκα ακόμα, αν όλοι αυτοί οι άστεγοι, που είναι το περιθώριο στο περιθώριο, έχουνε πια συναίσθηση δυστυχίας ή έχουν ενσωματωθεί στη δυστυχία τόσο, που πια δεν τη νιώθουν· έχουνε γίνει ένα μαζί της.
Κράτησα τρεις σκηνές: Ενας άστεγος με ομπρέλα. Δύο άστεγοι σε σούδα κτιρίου (στοά) με τον πρωινό οδοκαθαριστή πλάι τους να σκουπίζει για καθαρά Χριστούγεννα. Ακόμα δύο άστεγοι μπροστά στο βυζαντινό εκκλησάκι της Αθηνάς 28, την Αγία Κυριακή, με δύο πιστούς, άντρες και οι δύο, να μπαίνουν για τη λειτουργία των Χριστουγέννων (που μισοακουγόταν).
Οι προκλητικά ευχάριστες αναθυμιάσεις από τα μπαχαρικά της Ευριπίδου! Ομόνοια. Δώρου και Σατωβριάνδου θυμήθηκα τα (από χρόνια κλεισμένα, παλιά ένδοξα…) ψητοπωλεία με τις γραφικές ρουμελιώτικες επωνυμίες, και τις απίστευτες αναθρώσκουσες ευωδιές που σε σέρνανε από τη μύτη! Από την Ακαδημίας πήρα το πρώτο λεωφορείο που περνούσε εκείνη τη στιγμή και κατέβηκα στο Χίλτον. Ετοιμος πλέον για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ευρύτερα οικογενειακό σε σπίτι συγγενικό. Μία μόνο απουσία από πέρσι.
