Αποδίδεται στον Κλεμανσώ: Στη δεύτερη πρωθυπουργία του (η πρώτη, 1906-1909, αμέσως με την αποκατάσταση του Ντρέιφους, στην οποία, μαζί με τον Ζολά συνέβαλαν τα μέγιστα), μες στη φωτιά του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, επέλεξε, μαζί με την πρωθυπουργία, και το υπουργείο Στρατιωτικών, με την αμίμητη αιτιολογία, ιστορική πλέον: «Ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, για να την εμπιστευθούμε στους στρατιωτικούς».
Επειδή ο χρονογράφος συχνά καταφεύγει σε αποφθέγματα μεγάλων ανδρών, τους οποίους και κατακλέβει, μπαίνω στον πειρασμό να παραλλάξω κάπως τη ρήση του Κλεμανσώ: Ο πολιτισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση γα να την εμπιστευθείς στους πολιτικούς.
Δεν ξέρω πώς του ήρθε του πρωθυπουργού η ιδέα να ζητήσουμε από την Αγγλία να μας δανείσει τα κλεμμένα γλυπτά του Παρθενώνα –ως εκδήλωση καλής θελήσεως υποθέτω– ενόψει των εθνικών εορτασμών από τα 200 χρόνια της Επανάστασης. Μόνος του το σκέφτηκε; Ή κάποιος από τους (πολλούς) ειδικούς συμβούλους (δεν καταλαβαίνω, γιατί όλοι αυτοί σπεύδουν να δηλώνουν ότι «ορίζονται αμισθί»· δεν τους κατηγόρησε κανείς για αργομισθία) του το ψιθύρισε: «Πες κι αυτό. Στη βράση κολλάει το σίδερο. Τώρα που είναι στην πρέσα του Brexit, μπορεί και να τσιμπήσουν…».
Ούτε που πέρασε από το μυαλό (κάτι που σχολιάστηκε βέβαια εκτεταμένα) ότι, αν ζητάς να σου δανείσουν τα κλεμμένα, τότε είναι σαν να ξεπλένεις την κλοπή και να δέχεσαι τον κάτοχο των κλοπιμαίων (κλεπταποδόχος είναι στην ουσία το βρετανικό κράτος: αγόρασε κλεμμένα. Σκάνδαλο ξέσπασε τότε στο Λονδίνο) ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης…
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά, διαβάζοντας στην «Εφ.Συν.» του Σαββατοκύριακου (Σταύρου Μαλαγκονιάρη: «Ο Οθωνας ήταν πιο προσεκτικός…») ότι από το 1836 η Ελλάδα ζητάει πίσω τα κλεμμένα. Με ευελιξία! Διακριτικά! Πρώτη φορά Ελληνας πρωθυπουργός μίλησε για δάνειο!
